Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Η τοιχογραφία του Ιησού




Αυτή είναι μια τοιχογραφία του 2ου αιώνα που απεικονίζει τον Ιησού και βρίσκεται στις κατακόμβες της Ρώμης. Παρακάτω είναι μια σύγκριση αυτής με το πρόσωπο της Σινδόνης.


Τα πρόσωπα ταιριάζουν πολύ καλά, το οποίο υποδεικνύει ότι ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε την Σινδόνη ως μοντέλο. Αν είναι έτσι, η Σινδόνη δεν μπορεί να είναι μεσαιωνικό δημιούργημα.

Ο χαμένος θησαυρός


Κάποιος προσέφερε θυσίες στην Γη για να βρει θησαυρό και δεν δίσταζε ούτε στον Απολλώνιο να προσεύχεται για την ικανοποίηση της επιθυμίας του. Όταν ο Απολλώνιος αντιλήφθηκε τι επιθυμεί «πολύ φιλοχρήματο σε βλέπω» του είπε, και εκείνος «άτυχο όμως», απάντησε, «αφού δεν έχω παρά λίγα τα οποία δεν επαρκούν για να συντηρώ το σπίτι μου.»

«Φαίνεται», είπε, «ότι τρέφεις πολλούς και αργόσχολους υπηρέτες, χωρίς ωστόσο να δείχνεις ότι είσαι ανόητος.»

Και εκείνος, αφού δάκρυσε ελαφρά μ’ αυτήν την κουβέντα, είπε: «Έχω τέσσερις κόρες και μου χρειάζονται τέσσερις προίκες, ενώ εγώ διαθέτω μόνον είκοσι χιλιάδες δραχμές περίπου· όταν αυτές διανεμηθούν στις θυγατέρες μου, εκείνες θα νομίσουν ότι έχουν πάρει λίγα και εγώ θα χαθώ μη έχοντας πια τίποτα.»

Ο Απολλώνιος ένοιωσε συμπάθεια γι’ αυτόν και του είπε: «Θα φροντίσουμε για σένα και εγώ και η Γη, γιατί λένε ότι εσύ προσφέρεις θυσίες σ’ αυτήν.»

Και λέγοντας αυτά προχώρησε προς τα προάστια, όπως κάνουν οι έμποροι καρπών. Εκεί είδε ένα κτήμα γεμάτο ελαιόδεντρα, που του άρεσαν, διότι ήταν όμορφα και μεγάλα και ανάμεσά τους υπήρχε ένας μικρός κήπος, μέσα στον οποίο διακρίνονταν σμήνη μελισσών και άνθη· μπήκε στον κήπο αυτό, για να εξετάσει πιο προσεκτικά κάτι, και αφού προσευχήθηκε στην Πανδώρα, πήρε τον δρόμο της επιστροφής για την πόλη. Εκεί επισκέφθηκε τον ιδιοκτήτη του αγρού, ο οποίος είχε πλουτίσει από μεγάλες παρανομίες και έκανε επίδειξη της περιουσίας που είχε αποκτήσει με απάτες.

«Το τάδε κτήμα», τον ρώτησε, «πόσο το αγόρασες και πόσο κοπίασες σ’ αυτό;»

Και όταν εκείνος είπε ότι την προηγούμενη χρονιά είχε αγοράσει τον αγρό με εικοσιπέντε χιλιάδες δραχμές και ότι δεν τον είχε καλλιεργήσει ακόμη, τον έπεισε να του τον πουλήσει με είκοσι χιλιάδες δραχμές, προσφέροντας ως ανέλπιστο δώρο τις πέντε χιλιάδες δραχμές.

Ο πατέρας των κοριτσιών όμως, επειδή ήταν παθιασμένος με την ιδέα του θησαυρού, δεν μπορούσε να εκτιμήσει την αξία του δώρου, ούτε πίστευε ότι με τον αγρό στην κατοχή του βρίσκεται στα λεφτά του· αντιθέτως, νόμιζε ότι είχε λιγότερα, όταν θα μπορούσε να έχει πάνω του τις είκοσι χιλιάδες δραχμές, ενώ ο αγρός που αγόρασε μ’ αυτές βρισκόταν στο έλεος της πάχνης, του χαλαζιού και των άλλων θεομηνιών, που καταστρέφουν τους καρπούς.

Όταν όμως βρήκε αμέσως έναν αμφορέα με τρεις χιλιάδες δαρεικούς κοντά στην κυψέλη του κήπου και συγχρόνως είχε καλή σοδειά από τα ελαιόδεντρα, την ώρα μάλιστα που η υπόλοιπη χώρα μαστιζόταν από αφορία, δόξαζε τον Απολλώνιο με ύμνους και το σπίτι του γέμισε με μνηστήρες και ανθρώπους που τον υπηρετούσαν.

Βίος Απολλωνίου, Βιβλίο Ζ, Κεφάλαιο ΧΧΧΙΧ

Περί ρητόρων


Μερικοί κατηγορούσαν τον Απολλώνιο ότι αποφεύγει την παρουσία των κυβερνητών και ότι οδηγεί τους ακροατές του ως επί το πλείστον σε απόμερα σημεία· αλλά όταν κάποιος θέλοντας να τον περιπαίξει είπε ότι απομακρύνει το κοπάδι των προβάτων, μόλις πληροφορείται ότι πλησιάζουν οι ικανοί ρήτορες, απάντησε:

«Ναι μα τον Δία, για να μην ορμούν οι λύκοι στο κοπάδι.»

Ποιο ήταν όμως το νόημα αυτών των λόγων; Επειδή έβλεπε τους ρήτορες να αποσπούν τον θαυμασμό του πλήθους και να μεταβαίνουν από την φτώχεια στον πλούτο, και να αποδέχονται την απέχθεια ούτως ώστε και να την εμπορεύονται ακόμη, προσπαθούσε να απομακρύνει τους νέους από την συναναστροφή με αυτούς, ενώ όσους συναναστρεφόταν τους συμβούλευε με καυστικούς χαρακτηρισμούς, σαν να τους ξέπλενε από έναν τερατώδη λεκέ.

Έτρεψε ανέκαθεν μια καχυποψία απέναντι στους ρήτορες, αλλά στην Ρώμη διατέθηκε τόσο άσχημα κατά της τέχνης τους, εξαιτίας των δεσμωτηρίων, των δεσμωτών και των θυμάτων, ώστε όλα αυτά να τα θεωρεί έργα των συκοφαντών και αυτών που είχαν μεγάλη ιδέα για την ρητορική τους ικανότητα μάλλον παρά των τυράννων.

Βίος Απολλωνίου, Βιβλίο Θ, Κεφάλαιο ΧΧΙΙ

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Το άγαλμα της Αφροδίτης


Κάποιος έδειχνε ερωτευμένος με το άγαλμα της Αφροδίτης, το οποίο βρίσκεται γυμνό στην Κνίδο, και προσέφερε αφιερώματα σ’ αυτό, ενώ υποσχόταν και άλλα για γάμο με την θεά. Στον Απολλώνιο φάνηκε γενικά άτοπο αυτό, επειδή όμως οι Κνίδιοι δεν το απέρριπταν, αλλά έλεγαν ότι η θεά θα φανεί πιο ζωντανή εάν ήταν κάποιος ερωτευμένος μαζί της, αποφάσισε να απαλλάξει το ιερό από τον παραλογισμό αυτό.

Και όταν οι Κνίδιοι τον ρώτησαν αν θέλει να διορθώσει κάτι από τα σχετικά με τις θυσίες ή τις προσευχές, απάντησε: «Θα διορθώσω τα μάτια σας, αλλά τα πατροπαράδοτα του ιερού ας μείνουν όπως είναι.»

Αφού λοιπόν κάλεσε αυτόν που συμπεριφερόταν με απρέπεια, τον ρώτησε αν πιστεύει στους θεούς, και όταν εκείνος είπε ότι τόσο πολύ πιστεύει σε αυτούς, ώστε και να τους ερωτεύεται ακόμη, και έκανε μάλιστα λόγο και για γάμο, για τον οποίο νόμιζε ότι πρέπει να θυσιάσει, του είπε:

«Οι ποιητές προβάλλουν ανθρώπους σαν τον Αγχίση και τον Πηλέα με το να λένε ότι υπήρξαν σύζυγοι θεαινών, εγώ όμως σχετικά με τον αμοιβαίο έρωτα γνωρίζω τα εξής: οι θεοί θεούς ερωτεύονται, οι άνθρωποι ανθρώπους, τα ζώα άλλα ζώα και γενικά τα όμοια άλλα όμοιά τους, με σκοπό να γεννήσουν γνήσια και ομοειδή τέκνα, ενώ εκείνο που ανήκει σε διαφορετικό γένος, όταν ενωθεί με ξένο προς τον εαυτό του, αυτό ούτε δεσμός είναι ούτε έρωτας. Και αν αναλογιζόσουν την περίπτωση του Ιξίωνα, ούτε καν θα περνούσε απ’ το μυαλό σου να μην ερωτεύεσαι τους ομοίους σου· και εκείνος μεν δεμένος πάνω σ’ έναν τροχό στριφογυρίζει στον ουρανό, εσύ όμως, αν δεν φύγεις από το ιερό θα χαθείς από ολόκληρη την γη και ούτε θα μπορείς να ισχυριστείς ότι οι θεοί δεν αποφάσισαν δίκαια για σένα.»

Με τον τρόπο αυτό ο παραλογισμός του ανθρώπου έσβησε, και αυτός που έλεγε ότι είναι ερωτευμένος, έφυγε, αφού θυσίασε για να ζητήσει συγγνώμη.

Βίος Απολλωνίου, Βιβλίο Z, Κεφάλαιο XL

Περί μαντικής


Όταν κάποτε συζητούσαν για την πρόγνωση και ο Απολλώνιος έδειχνε να είναι προσκείμενος στην σοφία αυτή και έστρεφε τις περισσότερες συζητήσεις προς αυτήν την κατεύθυνση, ο Ιάρχας τον επαίνεσε και του είπε:

Εκείνοι που ευχαριστούνται με την μαντική, καλέ μου Απολλώνιε, με την βοήθεια αυτής αποκτούν θεϊκή ιδιότητα και ενεργούν για την σωτηρία των ανθρώπων. Διότι το να επιτύχει κανείς όσα πρέπει, αφού επισκεφθεί τον ναό κάποιου θεού, και πολύ περισσότερο, καλέ μου, το να τα προβλέψει μόνος του και να τα προαναγγείλει στους άλλους, που δεν τα γνωρίζουν, το θεωρώ ότι είναι χαρακτηριστικό ανθρώπου εξαιρετικά ευλογημένου και ότι κατορθώνει το ίδιο με τον Απόλλωνα τον Δελφικό.

Όπως όμως απαιτεί η μαντική τέχνη από εκείνους που πηγαίνουν να ζητήσουν χρησμό να είναι καθαροί, γιατί αλλοιώς θα τους πει «βγες απ’ τον ναό», έτσι μου φαίνεται καλό ο άνδρας που πρόκειται να κάνει πρόγνωση να είναι αγνός, δηλαδή ούτε κηλίδα να μολύνει την ψυχή του ούτε σημάδια αμαρτημάτων να έχουν αποτυπωθεί στην διάνοιά του, ώστε να μπορεί με καθαρότητα να προφητεύει για τον εαυτό του και για τον τρίποδα που φέρει στο στήθος του. Διότι έτσι θα δίνει αποτελεσματικότερες και αληθέστερες απαντήσεις· γι’ αυτό δεν πρέπει να απορείς που κι εσύ κατέχεις την γνώση αυτή, αφού τόσο πολύ αιθέρα φέρεις στην ψυχή σου.

Βίος Απολλωνίου, Βιβλίο Γ, Κεφάλαιο XLII

Ο Απολλώνιος στην Βαβυλώνα


Όταν ο Απολλώνιος έφτασε στην Βαβυλώνα, ο σατράπης στις μεγάλες πύλες, μαθαίνοντας ότι έχει έλθει με σκοπό να πλουτίσει τις γνώσεις του, του παρουσίασε ένα χρυσό ομοίωμα του βασιλιά, το οποίο αν δεν προσκυνούσε κάποιος, δεν του επιτρεπόταν να μπει στην πόλη. Αυτό δεν επιβαλλόταν στους πρεσβευτές των Ρωμαίων, όποιος όμως ερχόταν από τους βαρβάρους ή περιόδευε την χώρα, το θεωρούσαν προσβολή αν δεν προσκυνούσε το ομοίωμα. Τέτοιες ανοησίες επιβάλλουν οι σατράπες στις χώρες των βαρβάρων.

Όταν λοιπόν ο Απολλώνιος είδε το ομοίωμα ρώτησε «ποιος είναι αυτός;», και ακούγοντας ότι είναι ο βασιλιάς είπε: «Αυτός που προσκυνείτε , αν επαινεθεί από μένα, αφού αποδειχθεί καλός και αγαθός, θα έχει λάβει την μεγαλύτερη τιμή». Και λέγοντας αυτά πέρασε από τις πύλες. [...]

Όταν παρουσιάστηκε ο Απολλώνιος, ο πιο ηλικιωμένος από αυτούς τον ρώτησε, γιατί έδειξε περιφρόνηση απέναντι στον βασιλιά. Και εκείνος απάντησε: «Δεν τον περιφρόνησα ακόμη».

Και όταν τον ξαναρώτησε, «θα υπήρχε περίπτωση να τον περιφρονήσεις;», απάντησε «ναι, μα τον Δία, εάν κατά την συναναστροφή μου μ’ αυτόν δεν διαπίστωνα ότι είναι καλός και αγαθός.»

«Και σαν τι είδους δώρα του πηγαίνεις;»

Κι όταν ο Απολλώνιος του απαρίθμησε την ανδρεία, την δικαιοσύνη και τα σχετικά, «για ποιο λόγο», ρώτησε, «επειδή τάχα δεν τις έχει τις αρετές αυτές;»

«Μα τον Δία», είπε, «για να μάθει και να τις χρησιμοποιεί εάν πράγματι τις έχει.» [...]

Ατενίζοντας τότε ο βάρβαρος τον πλαϊνό του είπε: «Δώρο μας τον στέλνει κάποιος θεός τον άνδρα αυτόν, διότι όταν ένας ενάρετος συναναστρέφεται άλλον ενάρετο, θα καταστήσει πολύ καλύτερο τον βασιλιά μας και σωφρονέστερο και γλυκύτερο, γιατί αυτές οι αρετές διαφαίνονται στον άνδρα.» [...]

Όταν ο βασιλιάς είπε ότι χαίρεται και αγάλλεται με την άφιξη του Απολλωνίου περισσότερο απ’ το αν αποκτούσε τους θησαυρούς Περσών και Ινδών και τους προσέθετε σ’ αυτά που έχει, και ότι τον δέχεται ως φιλοξενούμενο και συγκάτοικο στην βασιλική στέγη, «εάν εγώ βασιλιά», είπε, «όταν ερχόσουν στην πατρίδα μου τα Τύανα, είχα την απαίτηση να κατοικήσεις όπου και εγώ, θα δεχόσουν να κατοικήσεις;»

«Μα τον Δία», είπε, «εάν επρόκειτο να κατοικήσω σε τόσο μεγάλο σπίτι, όσο να δεχθεί τους δορυφόρους και τους σωματοφύλακές μου κι εμένα τον ίδιο με λαμπρότητα.»

«Το ίδιο ισχύει και για μένα», είπε, «διότι εάν κατοικήσω σε σπίτι μεγαλύτερο από τις ανάγκες μου, θα ζήσω άσχημα, αφού η υπερβολή στενοχωρεί τους σοφούς περισσότερο απ’ ότι η έλλειψη εσάς· ας με φιλοξενήσει λοιπόν κάποιος ιδιώτης ο οποίος έχει όσα εγώ, και θα συχνάζω κοντά σου όσο θέλεις.»

Συμφώνησε ο βασιλιάς, για να μην κάνει κατά λάθος κάτι δυσάρεστο, και τον έστειλε να κατοικήσει μ’ έναν ενάρετο Βαβυλώνιο ευγενικής καταγωγής. [...]

Όταν κάποτε ο βασιλιάς τού έδειχνε την σήραγγα κάτω από τον Ευφράτη και τον ρώτησε, «πώς σου φαίνεται το θαύμα αυτό;», ο Απολλώνιος, θέλοντας να υποβαθμίσει το θαυμαστό αυτό έργο, είπε: «Θαύμα θα ήταν, ω βασιλιά, αν μπορούσατε να βαδίζετε με τα πόδια πάνω σ’ αυτό το βαθύ και αδιάβατο ποτάμι.»

Όταν πάλι του έδειχνε τα τείχη των Εκβατάνων και έλεγε ότι αυτά είναι η κατοικία των θεών, είπε: «Θεών δεν είναι εξάπαντος, εάν όμως είναι ανδρών δεν το γνωρίζω· διότι βασιλιά η πόλη των Λακεδαιμονίων κατοικείται ατείχιστη.»

Όταν ο βασιλιάς δίκασε κάποια διαφορά μεταξύ κωμοπόλεων και καυχιόταν στον Απολλώνιο ότι εξέδωσε απόφαση μόλις μετά από δύο ημερών ακρόαση, «άργησες να βρεις το δίκαιο», του είπε.

Και όταν κατέφθαναν από τις υποτελείς επαρχίες σωροί από χρήματα, αφού ο βασιλιάς άνοιξε τα θησαυροφυλάκια, έδειχνε τα χρήματα στον Απολλώνιο, για να τον παρασύρει στην επιθυμία του πλούτου, εκείνος, χωρίς καθόλου να θαμπωθεί, είπε: «Για σένα βασιλιά αυτά είναι χρήματα, για μένα όμως άχυρα.»

«Πώς λοιπόν», ρώτησε ο βασιλιάς, «θα κάνω καλή χρήση αυτών;»

«Εάν τα χρησιμοποιήσεις σωστά», είπε, «διότι είσαι βασιλιάς».

Βίος Απολλωνίου, Βιβλίο Α, Κεφάλαια XXVII-XXXVIII