Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Περί κοινωνικής αλληλεγγύης


Όταν κάποτε ο Απολλώνιος μιλούσε περί κοινωνικής αλληλεγγύης και δίδασκε ότι πρέπει να τρέφει ο ένας τον άλλο, έτυχε να κάθονται πάνω στα δέντρα στρουθιά και να σιωπούν· ξαφνικά κάποιο άλλο στρουθί πέταξε προς το μέρος αυτών και έδειχνε να τα παρακινεί σε κάτι και αυτά κραύγασαν όλα μαζί, σηκώθηκαν και πέταξαν ακολουθώντας το. Ο Απολλώνιος συνέχισε την ομιλία του και μολονότι γνώριζε για ποιο λόγο πέταξαν τα στρουθιά, δεν έδωσε εξηγήσεις στο πλήθος.

Όταν όμως όλοι έστρεψαν το βλέμμα τους προς τα στρουθιά και μερικοί εντελώς ανόητα θεώρησαν το περιστατικό σημαδιακό, τότε ο Απολλώνιος παρεκκλίνοντας από το θέμα είπε: «Κάποιο παιδί καθώς μετέφερε σιτάρι σε ανοιχτό πανέρι, γλίστρησε, και αφού κακομάζεψε τους πεσμένους σπόρους, έφυγε αφήνοντας όμως πολλούς σκόρπιους σπόρους στο τάδε δρομάκι· εκεί κατά τύχη βρέθηκε αυτό το στρουθί και έτρεξε να ειδοποιήσει τα άλλα για το εύρημα και έτσι μοιράστηκε μαζί τους την τροφή». Τότε οι περισσότεροι ακροατές έτρεξαν προς το στενό, ενώ ο Απολλώνιος συνέχισε την ομιλία, την σχετική με την κοινωνική αλληλεγγύη.

Όταν οι άλλοι επέστρεψαν με φωνές και κυριευμένοι από την εντύπωση θαύματος, ο Απολλώνιος είπε: «Βλέπετε πώς τα στρουθιά φροντίζουν το ένα το άλλο και πώς ευχαριστούνται με την κοινωνική αλληλεγγύη; Εμείς όμως οι άνθρωποι δεν το κάνουμε αυτό, αλλά αν δούμε κάποιον να μοιράζεται τα υπάρχοντά του με άλλους, τον κατηγορούμε για σπατάλη και αλαζονεία, ενώ τους άλλους που τρέφονται από αυτόν τους αποκαλούμε παράσιτα και κόλακες. Και τι άλλο κάνουμε, παρά αφού κλειστούμε στο σκοτάδι, όπως οι κότες που τρέφονται με σιτάρι, τρώμε λαίμαργα μέχρι να σκάσουμε απ’ το πάχος;»

Βίος Απολλωνίου, Βιβλίο Δ, Κεφάλαιο ΙV

Περί αυτογνωσίας


Αφού ο Απολλώνιος κάθισε, ο Ιάρχας του είπε: «Ρώτα ό,τι θέλεις, διότι έχεις έλθει σε άνδρες που γνωρίζουν τα πάντα.»

Ρώτησε λοιπόν ο Απολλώνιος, αν και τον εαυτό τους τον γνωρίζουν, πιστεύοντας ότι αυτός, όπως ακριβώς και οι Έλληνες, θεωρεί δύσκολο το να γνωρίζει κανείς τον εαυτό του. Αλλά εκείνος στράφηκε προς τον Απολλώνιο και είπε: «Εμείς γνωρίζουμε τα πάντα, επειδή πρώτους τους εαυτούς μας γνωρίζουμε, διότι δεν μπορεί κανένας από μας να προσχωρήσει σε τούτη την φιλοσοφία, αν δεν γνωρίσει πρώτα τον εαυτό του».

Και ο Απολλώνιος ενθυμούμενος όσα είχε ακούσει απ’ τον Φραώτη και πώς αυτός που επρόκειτο να γίνει φιλόσοφος έπρεπε να εξετάσει τον εαυτό του, πριν αναλάβει αυτόν τον σκοπό, συμφώνησε με αυτήν την απάντηση, διότι είχε πεισθεί για την ορθότητά της και από την δική του περίπτωση. Ξαναρώτησε λοιπόν ποια είναι η ιδέα που έχουν για τους εαυτούς τους, και εκείνος αποκρίθηκε «Ότι είμαστε θεοί». Και όταν ο Απολλώνιος επανήλθε με το ερώτημα «γιατί το πιστεύετε αυτό;» πήρε την απάντηση: «Διότι είμαστε ενάρετοι άνθρωποι».

Bίος Απολλωνίου, Βιβλίο Γ, Κεφάλαιο ΧVIΙΙ

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Ποιος ήταν ο Παύλος;


Ο Παύλος γράφει ότι μετά τον θαυματουργό προσηλυτισμό του στον δρόμο προς την Δαμασκό, δεν πήγε στην Ιερουσαλήμ πριν περάσουν τρία χρόνια.

«Έπειτα, τρία έτη μετά, ανέβηκα εις τα Ιεροσόλυμα, δια να συναντήσω και γνωρίσω προσωπικώς τον Πέτρον και έμεινα κοντά του δεκαπέντε μόνον ημέρας· άλλον δε από τους Αποστόλους δεν είδα, παρά μόνον τον Ιάκωβον, τον αδελφόν του Κυρίου.» (Γαλάτας 1:18-19)

Στο δεύτερο ταξίδι του Παύλου στην Ιερουσαλήμ έμεινε με τον Πέτρο και συναντήθηκε με τον Ιάκωβο, «αδελφό» του Ιησού. Αφού πέρασε 15 ημέρες με τον Πέτρο, ο Παύλος βγήκε στην πόλη για να εξοικειωθεί με τους άλλους πιστούς στην Ιερουσαλήμ, αλλά τον φοβούνταν. Για να καθησυχάσει τους φόβους τους, ο Βαρνάβας (ψευδώνυμο του αδελφού του Ιησού Ιωσή), κάποιος που γνώριζε τον απόστολο Πέτρο, τους διαβεβαίωσε όλους ότι ο Παύλος ήταν πλέον Χριστιανός. Αυτή η λεπτομέρεια βρίσκεται στο βιβλίο των Πράξεων.

«Οταν δε ο Σαύλος έφθασε εις την Ιερουσαλήμ, προσπαθούσε να επικοινωνήση και να προσκολληθή στους μαθητάς. Ολοι όμως τον εφοβούντο, διότι δεν επίστευαν ότι είναι πράγματι μαθητής του Χριστού. Αλλά ο Βαρνάβας τον επήρε με εμπιστοσύνην και τον ωδήγησε στους Αποστόλους. Και διηγήθηκε τότε εις αυτούς ο Σαύλος, πως στον δρόμον είδε τον Κύριον και ότι του ωμίλησε ο Κύριος και πως εις την Δαμασκόν εκήρυξε με θάρρος πίστιν στον Ιησούν Χριστόν. Και συνεδέθη πλέον με αυτούς στενότατα, επήγαινε και ήρχετο συνεχώς εις Ιερουσαλήμ και με παρρησίαν ωμιλούσε δια τον Κύριον Ιησούν. Ακόμη δε ωμιλούσε και εσυζητούσε με τους Ελληνιστάς Ιουδαίους. Εκείνοι όμως εζητούσαν ευκαιρίαν, να τον φονεύσουν. Οταν δε οι αδελφοί έμαθαν τους σκοπούς των, συνώδευσαν και ωδήγησαν τον Παύλον εις την Καισάρειαν και τον έστειλαν εις την Ταρσόν.» (Πράξεις 9:26-30)

Πρώτον, είναι σημαντικό να δούμε ότι οι Πράξεις αντιφάσκουν με την προς Γαλάτας. Στους Γαλάτας συναντά μόνο τον Πέτρο και τον Ιάκωβο, αλλά στις Πράξεις μένει με τους αποστόλους. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι ο Παύλος χρησιμοποίησε τις Γραφές αποτελεσματικά για να υποστηρίξει ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας, αλλά αυτό τον έβαλε σε μπελάδες με τους Έλληνες Εβραίους. Ήθελαν να σκοτώσουν τον Παύλο. Όταν οι άλλοι Χριστιανοί έμαθαν γι’ αυτό το πρόβλημα, πήραν τον Παύλο στην Καισάρεια και τον έστειλαν στην Ταρσό, η οποία είναι η πρωτεύουσα της Κιλικίας. Ο Παύλος έμεινε σε αυτήν την περιοχή και την Συρία, όπως σημειώνεται στα κείμενά του, όπως φαίνεται παρακάτω στους Γαλάτας. Η ιδέα ότι ο Πέτρος και ο Ιάκωβος ήταν Χριστιανοί και ότι ο Παύλος ασπάστηκε τον Χριστιανισμό είναι τελείως ανόητη. Σύμφωνα με τις ίδιες τους τις γραφές, δεν υπήρχε Χριστιανισμός τότε. Το όνομα Χριστιανός χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην Αντιόχεια το 41 ΚΕ. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν Ναζωραίοι Εσσαίοι και όχι Χριστιανοί. Οι Ναζωραίοι δεν ήταν μια μορφή Ιουδαίων Χριστιανών. Επρόκειτο για μια ξεχωριστή και ανεξάρτητη θρησκεία της οποίας οι γραφές και τα μυστήρια υπονομεύτηκαν από την νέα τάξη που δημιούργησε ο Παύλος.

«Έπειτα ήλθα εις τας περιοχάς της Συρίας και της Κιλικίας. Ήμουν δε άγνωστος προσωπικώς εις τας Εκκλησίας της Ιουδαίας, αι οποίαι απετελούντο από Ιουδαίους που είχαν πιστεύσει στον Χριστόν. Αυτοί δε μόνον εξ ακοής επληροφορούντο, ότι εκείνος ο οποίος μας κατεδίωκε, κηρύττει τώρα την πίστη μας, την οποίαν κατεδίωκε και προσπαθούσε να αφανίση.» (Γαλ. 1:21-23)

Αφού ο Παύλος άφησε τα Ιεροσόλυμα για να μείνει στην Ταρσό, πέρασαν αρκετά χρόνια. Βρίσκουμε ότι ο Βαρνάβας είχε πάει στην Αντιόχεια να κηρύξει. Ο Βαρνάβας είχε εξοικειωθεί με τον Παύλο και γνώριζε ότι χρησιμοποιούσε τις Γραφές καλά. Και ο Βαρνάβας ήξερε ότι ο Παύλος ζούσε στην Ταρσό. Ο Βαρνάβας πήγε στην Ταρσό για να βρει τον Απόστολο Παύλο και να τον φέρει στην Αντιόχεια. Το έτος αυτό είναι καλά ορισμένο στο 44-45 ΚΕ με βάση τον γνωστό λιμό επί βασιλείας Κλαυδίου Καίσαρα.

«Επήγε δε ο Βαρνάβας εις Ταρσόν, δια να ζητήση τον Παύλον. Και αφού τον ευρήκε, τον έφερε εις την Αντιόχειαν. Επί ένα δε ολόκληρον έτος οι δύο αυτοί Απόστολοι συμετείχαν εις τας συγκεντρώσεις των πιστών της εκεί Εκκλησίας και εδίδασκαν πλήθος πολύ. Εκεί δε εις την Αντιόχειαν, δια πρώτη φοράν, ωνομάσθησαν οι μαθηταί του Χριστού, Χριστιανοί.» (Πράξεις 11:25-26)

«Έπειτα, αφού επέρασαν 14 έτη από το ταξίδι μου εις την Συρίαν και Κιλικίαν, ανέβηκα πάλιν εις τα Ιεροσόλυμα με τον Βαρνάβαν και τον Τίτον.» (Γαλ. 2:1)

«Κατά τας ημέρας αυτάς ήλθαν εις την Αντιόχειαν από τα Ιεροσόλυμα μερικοί προφήται. Ένας δε εξ αυτών, ονόματι Άγαβος, εσηκώθηκε και, φωτισμένος από το Πνεύμα το Άγιον, προανήγγειλε ότι έμελλε να γίνη μεγάλη πείνα εις όλην την οικουμένην. Αυτή δε η πείνα συνέβη πράγματι επί αυτοκρατορίας Κλαυδίου Καίσαρος. Όλοι δε οι Χριστιανοί, ανάλογα έκαστος με τας οικονομικάς του δυνατότητας, απεφάσισαν να στείλουν βοηθήματα δια την εξυπηρέτησιν των αδελφών, που κατοικούσαν εις την Ιουδαίαν. Αυτό πράγματι το έκαμαν και απέστειλαν με τον Βαρνάβαν και τον Σαύλον τας εισφοράς των προς τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων.» (Πράξεις 11:27-30)

Τέτοια είναι η αναυθεντικότητα των χριστιανικών γραφών. Σύμφωνα με τους περισσότερους Χριστιανούς καθηγητές, ο Παύλος προσηλυτίστηκε στον δρόμο προς την Δαμασκό κάπου μετά το 30, αλλά δεν δείχνουν ποτέ στο ποίμνιο τα ίδια τα κείμενα. Επειδή γνωρίζουμε ότι ο λιμός ήταν το 44 ΚΕ, όταν προσθέσουμε 3 + 14 διαπιστώνουμε ότι αυτή η επίσκεψη έγινε 17 χρόνια μετά την βάπτιση του Παύλου. Οι Χριστιανοί ιερείς το ξέρουν από καιρό αυτό, και ο καθένας δίνει τα δικά του ασαφή μαθηματικά για να αντιμετωπίσει το επιχείρημα. Αλλά όταν αφαιρέσουμε 17 χρόνια από το 44 ΚΕ παίρνουμε το έτος 27 ΚΕ για τον προσηλυτισμό του Παύλου. Ποιο είναι το πρόβλημα με την ημερομηνία αυτή; Αρχικά ο Παύλος υποστηρίζει ότι είδε την οπτασία ενός άυλου Ιησού. Όμως, όχι μόνον ο Ιησούς ήταν ακόμα ζωντανός τότε, αλλά δεν είχε καν αρχίσει την διακονία του σύμφωνα με το Συνοπτικά Ευαγγέλια.

Η διαφορά αυτή θα ήταν κατανοητή αν το ένα χωρίο ήταν απ’ τους Γαλάτας και το άλλο από τις Πράξεις τις οποίες έγραψε κάποιος άλλος, αλλά και τα δύο χωρία όχι μόνον είναι του Παύλου, είναι από την ίδια επιστολή σε απόσταση ενός μόνο κεφαλαίου. Μου φαίνεται ότι ο Παύλος δεν βρήκε τίποτα λάθος με την διάταξη αυτή όταν την έγραψε καθότι οι ευαγγελικές περιγραφές δεν είχαν ακόμη τοποθετήσει το έτος της σταύρωσης στο 30 ΚΕ. Αυτή είναι μια ακόμη απόδειξη ότι ο Παύλος δεν αναφερόταν σε μια πραγματική σταύρωση ενός πραγματικού σωτήρα, αλλά μάλλον στο κεντρικό πρόσωπο μιας μυστηριώδους θρησκείας. Για τον λόγο αυτό θα βρείτε κληρικούς να σας δίνουν το δικό τους χρονοδιάγραμμα γι’ αυτά τα γεγονότα, στρεβλώνοντας τις πραγματικές ημερομηνίες για να ταιριάξουν στις ερμηνείες τους, αλλά χωρίς ποτέ να σας δείχνουν τα πραγματικά χωρία.

Τώρα, ακόμη και αν το αγνοήσουμε αυτό, θα πρέπει να αναρωτηθούμε, για ποιο λόγο ο Σαούλ (Παύλος) έπρεπε να πάει μέχρι την Δαμασκό για να βρει Χριστιανούς, όταν μόλις 3 χρόνια αργότερα φαίνεται να υπήρχαν αρκετοί Χριστιανοί στην Ιερουσαλήμ ώστε να φοβάται για την ζωή του. Γιατί δεν έμεινε στην Ιερουσαλήμ να καταδιώξει αυτούς τους Χριστιανούς (ή όπως ονόμαζαν τους εαυτούς τους). Επιπλέον, γιατί ο Σαούλ περίμενε να βρει Χριστιανούς στον Ναό της Δαμασκού εντός ενός έτους απ’ την σταύρωση, όταν είναι γνωστό ότι ο Ιησούς κήρυξε μόνο στο Ισραήλ. Μήπως κάποιος Εβραίος ιερέας έστειλε θυμωμένος έναν αγγελιοφόρο μέχρι την Ιερουσαλήμ για να προειδοποιήσει τον Εβραίο Αρχιερέα ότι είχε δει μια χριστιανική λατρεία στον Ναό; Αποτυγχάνει στο τεστ της λογικής. Δεν βγάζει νόημα.

Οι ισχυρισμοί του Παύλου περί θαυματουργικού προσηλυτισμού στον δρόμο για την Δαμασκό διαψεύδονται από αυτό το πρώιμο Γνωστικό Μανδαϊκό κείμενο:

«Τον Ιορδάνη όπου ο Μεσσίας Παύλις βαφτίστηκε, τον έκανα “αυλάκι”. Τον άρτο που ο Μεσσίας Παύλις λαμβάνει, τον έκανα “μυστήριο”. Το ποτό που ο Μεσσίας Παύλις λαμβάνει, το έκανα “δείπνο”. Τον κεφαλόδεσμο που ο Μεσσίας Παύλις λαμβάνει, τον έκανα “ιερωσύνη”. Το ραβδί που ο Μεσσίας Παύλις λαμβάνει, το έκανα “κοπριά”.» (Γνωστικός Ιωάννης ο Βαπτιστής)

Ενώ ο Παύλις μάλλον αναφέρεται στον Παύλο, ο Lorsback μας πληροφορεί ότι είναι το ισοδύναμο μιας περσικής λέξης που σημαίνει «Απατεών». Ως εκ τούτου, αυτό μπορεί να σημαίνει απλά Απατεών Μεσσίας.

Υπάρχει μια σαφής διαφορά μεταξύ των λέξεων «μυστικό» και «μυστήριο». Το μυστικό είναι η κρυμμένη γνώση. Το μυστήριο είναι μια αλήθεια που μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο με την αποκάλυψη από τον Θεό. Το μυστήριο είναι περισσότερο σαν ένα αίνιγμα, έναν γρίφο ή μια σπαζοκεφαλιά. Οι λέξεις «μυστικό» και «μυστικά», που εμφανίζονται σε όλα τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης (πλην Δανιήλ), αναφέρονται στην έλλειψη γνώσης, όχι στην έλλειψη κατανόησης.

Η λέξη «mystery» (Ελ. μυστήριον) είναι μια λέξη κλειδί στο Χριστιανισμό. Εμφανίζεται στην Καινή Διαθήκη 22 φορές στον ενικό και 5 φορές στον πληθυντικό. Τα ακόλουθα εδάφια δείχνουν ότι ο Χριστιανισμός ιδρύθηκε ως θρησκεία μυστηρίων.

«καὶ ὁμολογουμένως μέγα ἐστὶ τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον.» (Α΄ Τιμ. 3:16)

«ἔχοντας τὸ μυστήριον τῆς πίστεως ἐν καθαρᾷ συνειδήσει...» (Α΄ Τιμ. 3:9)

«τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 8:10)

«ἡ οἰκονομία τοῦ μυστηρίου τοῦ ἀποκεκρυμμένου ἀπὸ τῶν αἰώνων ἐν τῷ Θεῷ» (Εφεσίους 3:9)

«τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν.» (Εφεσίους 5:32)

«λαλῆσαι τὸ μυστήριον τοῦ Χριστοῦ» (Κολοσσαείς 4:3)

Ο Ελληνιστικός Χριστιανισμός ήταν «το μυστήριο του Χριστού».

«Ο άδειος τάφος το πρωί της Κυριακής του Πάσχα είναι ένας μύθος. Αυτό φαίνεται από το απλό γεγονός ότι ο απόστολος Παύλος, ο πιο κρίσιμος κήρυκας της αναστάσεως του Χριστού, και ο παλαιότερος συγγραφέας της Καινής Διαθήκης, δεν λέει τίποτα γι’ αυτόν. Για τον Παύλο, δεν υπάρχει. Δεν σημαίνει τίποτα για τον ίδιο, δηλαδή, ένας άδειος τάφος δεν έχει καμμία σημασία για την αλήθεια της ανάστασης, την οποία τόσο έντονα διακηρύσσει. Για τον Παύλο όλη η χριστιανοσύνη εξαρτάται από την ανάσταση του Χριστού – “Εάν ο Χριστός δεν ανέστη, τότε το κήρυγμά μας είναι μάταιο και η πίστη σας είναι μάταιη” (Α΄ Κορ. 15:14). Αλλά κατά την άποψη του Παύλου, αυτό δεν έχει σχέση μ’ έναν άδειο τάφο. Προφανώς δεν έχει ιδέα για κάτι τέτοιο. Αν ο Παύλος είχε ακούσει ποτέ για τον άδειο τάφο, δεν θα τον είχε προσπεράσει σιωπώντας. Δεδομένου ότι συγκεντρώνει και παραθέτει όλα τα στοιχεία για την ανάσταση του Ιησού που του εδόθησαν (Α΄ Κορινθίους 15), σίγουρα θα θεωρούσε τον άδειο τάφο άξιο αναφοράς. Το ότι δεν το κάνει αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε ποτέ και ως εκ τούτου οι σχετικές περιγραφές πρέπει να προέκυψαν αργότερα.» (Uta Ranke-Heinemann, Putting Away Childish Things, σελ. 131)

«Εγώ δεν θα πήγαινα τόσο μακριά όσο η Ranke-Heinemann δηλώνοντας ότι αυτή η θεώρηση διευθέτησε αποφασιστικά το θέμα, αλλά η θεώρηση αυτή όντως εγείρει την πιθανότητα ότι ο Παύλος δεν ήξερε την ιστορία του άδειου τάφου.» (D. H. van Daalen, The Real Resurrection, σελ. 40)

Φαίνεται προφανές ότι ο Παύλος θα χρησιμοποιούσε οτιδήποτε μπορούσε να βρει για να προωθήσει την νέα πίστη, έτσι φαίνεται ότι δεν είχε ενημερωθεί για τον άδειο τάφο είτε από τον Πέτρο είτε από τον Ιάκωβο επειδή ποτέ δεν συνέβη. Η αφήγηση όπως και το υπόλοιπο των Ευαγγελίων είναι μυθοπλασίες γραμμένες για να πουλήσουν στους ανθρώπους την ιδέα μιας κυριολεκτικής ερμηνείας ενός Γνωστικού συστήματος. Αν ελέγξετε την Βίβλο σας, θα διαπιστώσετε ότι πρώτα είναι τα ευαγγέλια, μετά οι Πράξεις και στην συνέχεια οι επιστολές. Αυτή δεν είναι η σειρά με την οποία γράφτηκαν, αλλά η Εκκλησία συνειδητοποίησε ότι οι επιστολές από μόνες τους δεν ήταν αρκετά πειστικές για να υποστηρίξουν μια κυριολεκτική ερμηνεία της σταύρωσης και της ανάστασης. Έτσι, ο πιστός πρώτα διαβάζει την ιστορία και μετά τις επιστολές ως μια επιβεβαίωση ότι τα γεγονότα που διαβάζει στα ευαγγέλια είναι αλήθεια.

Οι συνωμότες δημιούργησαν τον Παύλο από 3 διαφορετικές πηγές. Η πιο προφανής είναι ο Απολλώς ή Απολλώνιος, αλλά αυτός ήταν Έλληνας και όχι ντόπιος Εβραίος. Έτσι, ανέτρεξαν στον Ιώσηπο όπου βρήκαν τον Σαούλ, έναν φιλάργυρο Ηρωδιανό αριστοκράτη. Πρόσθεσαν κατόπιν τον θαυματουργικό προσηλυτισμό από την ζωή του αιρετικού Εβραίου ραβίνου Elisha ben Abuiah, γνωστού ως Aher (προδότης), προικίζοντας έτσι τον Παύλο με θεϊκή εξουσία.

Η ιστορία του θαυματουργικού προσηλυτισμού βασίζεται στην ζωή του αιρετικού Εβραίου ραβίνου Elisha ben Abuiah. Αυτά γράφει η ΙΕ για τον ραβίνο Elisha:

«According to Grätz, he was a Karpotian Gnostic; according to Siegfried, a follower of Philo; according to Dubsch, a Christian; according to Smolenskin and Weiss, a victim of the inquisitor Akiba... The oldest and most striking reference to the views of Elisha is found in the following baraita (Hag. 14b; Yer. ii. 1): “Four [sages] entered paradise — Ben 'Azzai, Ben Zoma, Aher, and Akiba. Ben 'Azzai looked and died; Ben Zoma went mad; Aher destroyed the plants; Akiba alone came out unhurt.”... It means that Elisha, like Paul, in a moment of ecstasy beheld the interior of heaven — in the former's case, however, with the effect that he destroyed the plants of the heavenly garden.» (Ιουδαϊκή Εγκυκλοπαίδεια)

Ο ραβίνος Elisha ήταν διώκτης των Χριστιανών και αποστάτης του νόμου κάτι που του χάρισε το ψευδώνυμο Aher ή προδότης. Ήταν σύγχρονος του ραβίνου Akiva ο οποίος γεννήθηκε το 50 ΚΕ το οποίο τοποθετεί την ιστορία του θαυματουργικού προσηλυτισμού στο τέλος του πρώτου αιώνα και όχι στην αρχή έως τα μέσα του πρώτου αιώνα. Αυτό σημαίνει ότι οι επιστολές γράφτηκαν πιθανώς στις αρχές έως τα μέσα του δευτέρου αιώνα, κάτι που έδωσε στους συγγραφείς χρόνο για να ενσωματώσουν τα γεγονότα από την ζωή του ραβίνου Elisha στην αφήγηση.

Τώρα, ο πραγματικός Παύλος ο οποίος συνέθεσε και κήρυξε τις επιστολές ήταν ο Απολλώνιος ο Τυανέας, αλλά οι συνωμότες συνειδητοποίησαν ότι χρειάζονταν έναν μηχανισμό με τον οποίο θα μπορούσαν να επικυρώσουν τις διδασκαλίες του, έτσι ενσωμάτωσαν γεγονότα από την ζωή του ραβίνου Elisha. Για ποιο λόγο είναι σημαντικό αυτό; Διότι χωρίς τον θαυματουργικό προσηλυτισμό στον δρόμο για την Δαμασκό, στον οποίο ο Ιησούς υποτίθεται του αποκάλυψε αυτές τις πληροφορίες, ο Παύλος είναι απλώς άλλος ένας περιπλανώμενος ιεροκήρυκας, κηρύττοντας ανοησίες δικής του επινόησης.

Όπως με τον Ιησού Χριστό, δεν υπάρχει καμμία αναφορά κάποιου Παύλου ή Σαούλ από την Ταρσό στα εβραϊκά κείμενα του πρώτου και του δευτέρου αιώνα. Αυτό είναι παράξενο δεδομένου ότι υπάρχουν πολλές αναφορές στον αποστάτη ραβίνο Elisha, αλλά αγνοείται ο υπ’ αριθμόν ένα αντίπαλός τους Παύλος. Ο ισχυρισμός του Παύλου περί καταγωγής από την φυλή του Βενιαμίν που υποδηλώνεται από την ομοιότητα του ονόματός του με εκείνο του πρώτου Ισραηλίτη βασιλιά, είναι, αν τα εδάφια είναι γνήσια, ψευδής, διότι τότε δεν υπήρχαν φυλετικές λίστες ή γενεαλογίες αυτού του είδους.

Δεν υπάρχει ένδειξη, στα γραπτά ή τα επιχειρήματα του Παύλου, ότι είχε λάβει την ραβινική εκπαίδευση που του αποδίδουν οι Χριστιανοί συγγραφείς, αρχαίοι και σύγχρονοι· και δεν θα ενεργούσε ή έγραφε όπως το έκανε εάν ήταν, όπως λέγεται (Πράξεις 22:3), μαθητής του Γαμαλιήλ. Τα εδάφιά του από την Γραφή, τα οποία προέρχονται όλα, άμεσα ή από μνήμης, από την ελληνική έκδοση, δεν δείχνουν καμμία εξοικείωση με το πρωτότυπο εβραϊκό κείμενο. Παρά την εμφατική δήλωση στην Φιλιπ. 3:5, ότι ήταν «Εβραίος εξ Εβραίων» – ένας μάλλον ασυνήθιστος όρος, ο οποίος φαίνεται να αναφέρεται στην εθνική του εκπαίδευση και συμπεριφορά (πρβλ. Πράξεις 21:40, 22:2), καθότι η εβραϊκή του γέννηση δηλώνεται στις προηγούμενες λέξεις «εκ γένους Ισραήλ» – ήταν, εάν κάποια από τις Επιστολές που φέρουν το όνομά του είναι πράγματι δική του, εξ ολοκλήρου ελληνιστής στην σκέψη και το αίσθημα.

Ως ελληνιστής, διέκρινε τον γήινο από τον ουράνιο Αδάμ (Α΄ Κορ. 15:45-49), και, αναλόγως, την χαμηλότερη ψυχική ζωή και την υψηλότερη πνευματική ζωή η οποία αποκτάται μόνον μέσω ασκητισμού (Ρωμ. 12:1, Α΄ Κορ. 7:1-31). Όλη η νοοτροπία του δείχνει την επιρροή των θεοσοφικών ή Γνωστικών παραδόσεων της Αλεξανδρείας, ειδικά την Ερμητική λογοτεχνία που τόνισε ο Reizenstein στο σημαντικό του έργο «Poimandres», εξ ου και η παράξενη πίστη του σε υπερφυσικές δυνάμεις, στην μοιρολατρεία, στην «γλωσσολαλιά» (Α΄ Κορ. 12-14, Α΄ Κορ. 15:8, Β΄ Κορ. 12:1-6, Εφ. 3:3), και σε μυστήρια ή ευχαριστίες (Ρωμ. 11:25, Κολ. 1:26, 2:2, 4:3, Εφ. 1:9, 3:4, 6:19) – ένας όρος δανεισμένος αποκλειστικά από παγανιστικές τελετές.

Σε όλα τα γραπτά του Παύλου υπάρχει ένα παράλογο ή παθολογικό στοιχείο το οποίο δεν θα μπορούσε παρά να απωθήσει τους μαθητές των ραβίνων. Ενδεχομένως η απαισιόδοξη διάθεση του ήταν αποτέλεσμα της σωματικής του κατάστασης· διότι έπασχε από μια ασθένεια που επηρέαζε τόσο το σώμα όσο και το μυαλό. Την περιγράφει ως «ένα αγκάθι στην σάρκα», και ως ένα βαρύ χτύπημα από «έναν αγγελιοφόρο του Σατανά» (Β΄ Κορ. 12:07), η οποία συχνά τον έκανε να συνειδητοποιεί την απόλυτη αδυναμία του, και τον έκανε αντικείμενο οίκτου και τρόμου (Γαλ. 4:13). Ήταν, όπως έχει δείξει πειστικά ο Krenkel (Beiträge zur Geschichte der Aufhellung und Briefe des Apostels Paulus, 1890, σελ. 47-125), επιληψία, που οι Έλληνες αποκαλούν «ιερά ασθένεια», η οποία τον έφερνε συχνά σε μια κατάσταση έκστασης, μια κατάσταση του νου που μπορεί να εντυπωσίαζε μερικούς από τους Εθνικούς του ακροατές, αλλά θα φόβιζε και αποξένωνε τον Εβραίο, του οποίου ο Θεός είναι ο Θεός της λογικής (πρβλ. Β΄ Κορ. 5:13, 10:10, 11:1-16, 12:6). Η σύλληψη μιας νέας πίστης, η μισή παγανιστική και η μισή ιουδαϊκή, όπως κήρυττε ο Παύλος, και η επιδεκτικότητα στις επιρροές της, ήταν εντελώς ξένα προς την φύση της εβραϊκής ζωής και σκέψης.

Στην πρώτη γραμμή των διδασκαλιών του Παύλου ίσταται το περίεργο όραμα του Χριστού, στο οποίο αναφέρεται συνεχώς ως την μόνη αξίωση και τίτλο του στην αποστολική του ιδιότητα (Α΄ Κορ. 9:1, 15:8, Β΄ Κορ. 12:1-7, Φιλιπ. 3:9, Γαλ. 1:1, 12, 16, επί των οποίων βλέπε παρακάτω). Οι άλλοι απόστολοι είδαν τον Ιησού ενσαρκωμένο· ο Παύλος τον είδε όταν, όντας σε κατάσταση έκστασης, πήγε στον παράδεισο στον τρίτο ουρανό, όπου άκουσε «άρρητα ρήματα, τα οποία δεν είναι επιτετραμμένον στον άνθρωπο να τα διατυπώσει» (Β΄ Κορ. 12:2-4). Ένας ισχυρός παραλληλισμός με την ισχυριζόμενη έκσταση του ραβίνου Elisha. Προφανώς αυτή η εικόνα του Χριστού πρέπει να είχε προηγουμένως μια περίοπτη θέση στο μυαλό του, όπως ο Metatron (Μίθρας) και ο Akteriel είχαν στο μυαλό των Εβραίων μυστικιστών. Γι’ αυτόν ο Μεσσίας ήταν ο γιος του Θεού με μεταφυσική έννοια, «η εικόνα του Θεού» (Β΄ Κορ. 4:4, Κολ. 1:15), «ο ουράνιος Αδάμ» (Α΄ Κορ. 15:49, όμοιος με τον φιλωνικό ή καβαλιστικό Αδάμ Κάδμον), ο μεσολαβητής μεταξύ Θεού και κόσμου (Α΄ Κορ. 8:6), «ο πρωτότοκος όλης της δημιουργίας, από τον οποίο δημιουργήθηκαν τα πάντα» (Κολ. 1:15-17), ίδιος επίσης με το Άγιο Πνεύμα που εκδηλώνεται στην ιστορία του Ισραήλ (Α΄ Κορ. 10:4, Β΄ Κορ. 3:17, πρβλ. Σοφία 10:1 – 12:1, Φίλων, De Εο Quod Deterius Potiori Insidiari Soleat, § 30· βλέπε επίσης Ιουδ. Εγκυκλ. x. 183b, λ. προΰπαρξη του Μεσσία).

Έτσι, εδώ έχουμε έναν κυκλικό συλλογισμό. Ο Παύλος δημιουργεί τον Ιησού Χριστό, ο οποίος στην συνέχεια, μέσω του θαυματουργού προσηλυτισμού του Παύλου επικυρώνει την διδασκαλία του Παύλου, η οποία με την σειρά της επικυρώνει την ύπαρξη του Ιησού Χριστού. Αυτό επίσης σημαίνει, δεδομένου ότι δεν υπήρξε πρόσωπο όπως ο Ιησούς Χριστός, ότι τα Ευαγγέλια πρέπει να είναι προϊόν των ίδιων ανθρώπων που ήταν υπεύθυνοι για τη δημιουργία των Επιστολών του Παύλου, των Ρωμαίων.

Από όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες, θα νομίζατε ότι ο Απολλώς των επιστολών, το οποίο είναι συντομογραφία του Απολλώνιος, ο Εβραίος από την Αλεξάνδρεια και ο Απολλώνιος ο Τυανέας ήταν δύο διαφορετικά άτομα, αλλά δεν είναι έτσι. Το μόνο που πρέπει να αναρωτηθείτε είναι, αν μια θρησκεία που θα έφτανε στο σημείο να κάψει όλες τις γραπτές αναφορές στον Απολλώνιο Τυανέα, μαζί με την βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας, θα ήταν επίσης πρόθυμη ν’ αλλάξει τις γραφές της και να μετατρέψει, τον Καππαδόκη Απολλώνιο Τυανέα στον Απολλώ, έναν Εβραίο από την Αλεξάνδρεια;

Ο Απολλώνιος έκανε δύο ξεχωριστά ταξίδια στην Ινδία. Το πρώτο περί το 36-38 ΚΕ και το δεύτερο περί το 45-50 ΚΕ. Ήταν μετά το πρώτο ταξίδι που επέστρεψε στην Παλαιστίνη, με μερικά αντίγραφα των διδασκαλιών του Χριστού, και καθιέρωσε μια νέα τάξη πραγμάτων σ’ ένα μικρό χωριό κοντά στην Γάζα ονόματι Ναζαρίτα. Τότε κήρυξε για πρώτη φορά τα ευαγγέλια και ήταν το 54 ΚΕ που ο Απολλώς αναφέρεται για πρώτη φορά στις γραφές. Ως εκ τούτου, καθίσταται απολύτως σαφές ότι αυτά τα δύο άτομα είναι πράγματι ένα και το αυτό πρόσωπο, ο Απολλώνιος Τυανέας. Τα ακόλουθα εδάφια επιβεβαιώνουν αυτό το γεγονός.

«Κάποιος Ιουδαίος ονόματι Απολλώς, λόγιος ανήρ από την Αλεξάνδρεια και βαθύς γνώστης των γραφών, ήλθεν εις την Έφεσον.» (Πράξεις 18:24)

Τα παρακάτω από τις επιστολές του Παύλου ταυτοποιούν σαφώς τον Απολλώ με τον Απολλώνιο Τυανέα.

«Σας ασπάζεται ο Λουκάς ο ιατρός ο αγαπητός, και ο Δημάς.» (Κολ. 4:14)

«Διότι ο Δημάς με εγκατέλειψεν, αγαπήσας την ματαιότητα του παρόντος κόσμου, και επήγεν εις την Θεσσαλονίκην. Ο Κρήσκης εις την Γαλατίαν, ο Τίτος εις την Δαλματίαν.» (Β΄ Τιμ. 4:10)

«Σε χαιρετούν ο Μάρκος, ο Αρίσταρχος, ο Δημάς, ο Λουκάς, οι συνεργάται μου.» (Φιλ. 1:24)

Τα τελευταία εδάφια συνδέουν σαφώς τον Δημά (τον Δάμι, τον αγαπητό μαθητή) και τον Λουκά (Leucis) με τον Απολλώ και συνεπώς ταυτοποιούν τον Απολλώ με τον Απολλώνιο Τυανέα. [...]

«Και εγώ αδελφοί δεν μπορούσα να σας μιλήσω όπως σε πνευματικούς, αλλά όπως σε σαρκικούς, ως νηπίους εν Χριστώ. Σας έδωσα γάλα και όχι τροφή, διότι δεν μπορούσατε να την αντέξετε· ούτε τώρα μπορείτε. Είστε ακόμη σαρκικοί. Διότι αφού μεταξύ σας υπάρχουν ακόμη ζηλοτυπίες και έριδες και διαιρέσεις, δεν είστε ακόμη σαρκικοί και πορεύεστε όπως οι άνθρωποι; Διότι όταν ο ένας λέει, εγώ είμαι του Παύλου, και ο άλλος εγώ είμαι του Απολλώ, δεν είστε σαρκικοί; Ποιος είναι ο Παύλος, ποιος ο Απολλώς, παρά διάκονοι μέσω των οποίων πιστεύσατε, καθώς έδωσε στον καθένα ο Κύριος; Εγώ φύτευσα, ο Απολλώς πότισε, αλλά ο Θεός αύξησε. Οπότε ούτε ο φυτεύων είναι κάτι, ούτε ο ποτίζων, αλλά ο αυξάνων Θεός. Ο φυτεύων και ο ποτίζων είναι ένα· ο καθένας θα λάβει τον μισθό ανάλογα τον κόπο που κατέβαλε.» (Α΄ Κορ. 3:1-8)

Εδώ έχουμε την παραδοχή ότι ο Παύλος και ο Απολλώς είναι το ίδιο πρόσωπο και από το ακόλουθο μπορούμε να συμπεράνουμε εύκολα ότι ο Απολλώς ήταν ο Απολλώνιος από τα Τύανα. Σε μια αρχαία έκδοση των Επιστολών, τον CODEX BEZAE, το όνομα Απολλώς είναι γραμμένο ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ. Η Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα αναγνωρίζει ότι το όνομα Απολλώς, όπως εμφανίζεται στις Επιστολές Παύλου, είναι σύντμηση του Απολλώνιος.

Τα ακόλουθα αποσπάσματα από τον Ιώσηπο και τις Πράξεις φαίνεται να υποδεικνύουν ότι ο Απολλώνιος και ο Παύλος ήταν πράγματι ένα και το αυτό πρόσωπο.

«Τότε (57-58 μ.Χ.) ήρθε στην Ιερουσαλήμ από την Αίγυπτο ένας άνθρωπος που δήλωσε ότι ήταν προφήτης και παρότρυνε τις μάζες των απλών ανθρώπων να πάνε μαζί του στο βουνό που ονομάζεται Όρος των Ελαιών, το οποίο βρίσκεται απέναντι από την πόλη σε απόσταση 5 σταδίων. Ισχυρίστηκε ότι ήθελε να δείξει από εκεί ότι με εντολή του τα τείχη της Ιερουσαλήμ θα έπεφταν, υποσχόμενος μια είσοδο στην πόλη. Όταν το άκουσε αυτό ο Φήλιξ (ο Ρωμαίος κυβερνήτης) διέταξε τους στρατιώτες του να πάρουν τα όπλα τους. Ξεκινώντας από την Ιερουσαλήμ με μεγάλη δύναμη ιππικού και πεζικού, έπεσε πάνω στον Αιγύπτιο και τους οπαδούς του, σκοτώνοντας 400 από αυτούς και παίρνοντας 200 αιχμαλώτους. Ο ίδιος ο Αιγύπτιος δραπέτευσε από την μάχη και εξαφανίστηκε.» (Ιωσήπου Αρχαιολογίες, XX, 169-172).

Στην Ιερουσαλήμ το 58 μ.Χ., ο Παύλος ρωτήθηκε:

«Δεν είσαι συ ο Αιγύπτιος ο οποίος προ ολίγων ημερών είχε αναστατώσει και έβγαλε εις την έρημον τους 4.000 δολοφόνους με μαχαίρια;» (Πράξεις 21:38)

Φαίνεται ότι ο Απολλώνιος ή Παύλος, ήταν αυτός που έσωσε την ζωή του Εβραίου ιστορικού Ιωσήπου για τον οποίο λέγεται ότι θα τον θανάτωνε ο Βεσπασιανός, όταν προέβλεψε ότι μια μέρα ο Βεσπασιανός θα γινόταν Αυτοκράτορας της Ρώμης. Φαίνεται ότι αυτή η πρόβλεψη που του έσωσε την ζωή έγινε στην πραγματικότητα από τον Απολλώνιο.

Nazoreans

Η αλληλογραφία με τον Τίτο


Όταν ο Τίτος κυρίευσε τα Σόλυμα και τα πάντα ήταν γεμάτα νεκρούς, τα γειτονικά έθνη τον στεφάνωναν ως νικητή, ο ίδιος όμως δεν δεχόταν τις εκδηλώσεις αυτές, διότι έλεγε ότι αυτά δεν ήταν δικά του έργα, αλλά ότι είχε παραχωρήσει τα χέρια του στον θεό, ο οποίος είχε οργισθεί εναντίον τους. Την στάση του αυτή επαινούσε ο Απολλώνιος, διότι φανέρωνε το ψυχικό μεγαλείο του ανδρός και την γνώση των ανθρωπίνων και θείων πραγμάτων, καθώς και διότι αποτελούσε απόδειξη σωφροσύνης το να μην θέλει να στεφανωθεί για μια αιματηρή πράξη. Του έγραψε λοιπόν μια επιστολή την οποία έστειλε με τον Δάμι, λέγοντάς του:

«Ο Απολλώνιος προς τον Τίτο, στρατηγό των Ρωμαίων, χαίρε. Σ’ εσένα που δεν θέλησες να στεφανωθείς χάριν του πολέμου, ούτε του εχθρικού αίματος, προσφέρω τον στέφανο της σωφροσύνης, επειδή γνωρίζεις για ποια πράγματα πρέπει να στεφανώνεσαι. Έρρωσο.»

Κατευχαριστημένος ο Τίτος απάντησε:

«Σ’ ευχαριστώ και προσωπικά και εκ μέρους του πατρός μου, και θα τα θυμάμαι αυτά, διότι εγώ κατέκτησα τα Σόλυμα, εσύ όμως εμένα.»

Βίος Απολλωνίου, βιβλίο Ζ, κεφάλαιο ΧΧΙΧ

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Το περιστατικό με τον κοιλιόδουλο


Όταν κάποτε ο Απολλώνιος είδε έναν παχύ νεαρό καυχώμενο ότι τρώει και πίνει κρασί περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, τού είπε:

«Εσύ αλήθεια είσαι ο κοιλιόδουλος;»

«Ναι και μάλιστα», απάντησε εκείνος, «θυσιάζω στους θεούς υπέρ τούτου.»

«Και τι έχεις απολαύσει από το φαγητό αυτό;»

«Να με θαυμάζουν και να με βλέπουν όλοι έκπληκτοι· διότι και για τον Ηρακλή ίσως έχεις ακούσει ότι τα φαγητά του υμνούνταν το ίδιο με τα κατορθώματά του.»

«Επειδή εκείνος ήταν ο Ηρακλής», είπε· «αλλά εσένα ποια είναι η αρετή σου κάθαρμα; Το μόνο αξιοθαύμαστο που σου μένει είναι να εκραγείς κάποτε.»

Βίος Απολλωνίου, βιβλίο Ε, κεφάλαιο ΧΧΙΙΙ

Το Κοράνι για τον Ιησού


«Γιατί κι αρνήθηκαν την Πίστη κι είπαν για την Μαριάμ (την μητέρα του Ιησού) μια σοβαρή ψεύτικη κατηγορία. Γιατί ακόμη καυχήθηκαν: “Φονεύσαμε τον Χριστό Ιησού, το παιδί της Μαριάμ, τον Απόστολο του Αλλάχ”. Κι όμως δεν τον σκότωσαν, κι ούτε τον σταύρωσαν, αλλά έτσι φαίνεται σ’ αυτούς. Εκείνοι όμως που είχαν διαφορετική γνώμη σ’ αυτό, είναι γεμάτοι αμφιβολίες, γιατί δεν γνωρίζουν, αλλά μόνο εικασίες ακολουθούν, και μια βεβαιότητα ότι δεν τον σκότωσαν, αλλά ο ΑΛΛΑΧ τον σήκωσε ψηλά κοντά Του (τον πήρε σ’ ένα μέρος που να μην μπορούν οι εχθροί να τον βρουν), γιατί ο ΑΛΛΑΧ είναι Πανίσχυρος, Σοφός.»

Σούρα ελ-Νισά, Μέρος 6ο, Εδάφια 156-158


Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

Απολλώνιος ο Τυανεύς εν Ρόδω


«Για την αρμόζουσα παίδευσι κι αγωγή ο Aπολλώνιος ομιλούσε μ’ έναν νέον που έκτιζε πολυτελή οικίαν εν Pόδω. “Εγώ δε ες ιερόν” είπεν ο Τυανεύς στο τέλος “παρελθών πολλώ αν ήδιον εν αυτώ μικρώ όντι άγαλμα ελέφαντός τε και χρυσού ίδοιμι ή εν μεγάλω κεραμεούν τε και φαύλον.”

Το “κεραμεούν” και“φαύλον”∙ το σιχαμερό: που κιόλας μερικούς (χωρίς προπόνησι αρκετή) αγυρτικώς εξαπατά. Το κεραμεούν και φαύλον.»

*

Το ποίημα αυτό εμπνεύστηκε ο Καβάφης από ένα επεισόδιο που καταγράφει ο Φιλόστρατος στο βιβλίο Ε, κεφάλαιο ΧΧΙΙ, και το οποίο έχει ως εξής:

Έτυχε και κάποιο νεόπλουτο και αμόρφωτο παλληκαράκι να κτίζει σπίτι στην Ρόδο και να μεταφέρει σ’ αυτό διάφορα ζωγραφικά έργα και πέτρες απ’ όλα τα έθνη. Το ρώτησε λοιπόν, πόσα χρήματα είχε ξοδέψει σε δασκάλους και μόρφωση. Εκείνο απάντησε, «ούτε δραχμή». «Και πόσα για το σπίτι;». «Δώδεκα τάλαντα» είπε, «και θα ξοδέψω άλλα τόσα». «Και τι είναι για σένα το σπίτι;» τον ξαναρώτησε. «Θα είναι λαμπρή κατοικία του σώματος, διότι θα υπάρχουν και δρόμοι και άλση σ’ αυτό και θα βαδίζω όπως στην αγορά, ενώ οι επισκέπτες θα με χαιρετούν με μεγαλύτερο σεβασμό, όπως όταν μπαίνουν σε ιερό».

«Οι άνθρωποι» είπε, «θεωρούνται ευτυχέστεροι για τον εαυτό τους ή για τα υπάρχοντά τους;». «Για τον πλούτο τους» απάντησε, «διότι τα χρήματα εξασφαλίζουν μεγάλη δύναμη». «Και των χρημάτων παλληκάρι μου» είπε, «ποιος θα είναι καλύτερος φύλακας, ο μορφωμένος ή ο αμόρφωτος;». Και επειδή εκείνος έμεινε σιωπηλός, «μου φαίνεται» είπε, «ότι το σπίτι έχει αποκτήσει εσένα και όχι εσύ το σπίτι. Εγώ όμως πηγαίνοντας σε κάποιο ναό, με πολύ μεγαλύτερη ευχαρίστηση θα έβλεπα ένα χρυσελεφάντινο άγαλμα σε μικρό ναό παρά ένα πήλινο και τιποτένιο σε μεγάλο.»

Είγε ετελεύτα



«Πού απεσύρθηκε, πού εχάθηκε ο Σοφός; Έπειτ’ από τα θαύματά του τα πολλά, την φήμη της διδασκαλίας του που διεδόθηκεν εις τόσα έθνη εκρύφθηκαίφνης και δεν έμαθε κανείς με θετικότητα τι έγινε (ουδέ κανείς ποτέ είδε τάφον του).

Έβγαλαν μερικοί πως πέθανε στην Έφεσο. Δεν τόγραψεν ο Δάμις όμως· τίποτε για θάνατο του Aπολλωνίου δεν έγραψεν ο Δάμις.

Άλλοι είπανε πως έγινε άφαντος στην Λίνδο. Ή μήπως είν’ εκείν’ η ιστορία αληθινή, που ανελήφθηκε στην Κρήτη, στο αρχαίο της Δικτύννης ιερόν. — Aλλ’ όμως έχουμε την θαυμασία, την υπερφυσικήν εμφάνισί του εις έναν νέον σπουδαστή στα Τύανα.

Ίσως δεν ήλθεν ο καιρός για να επιστρέψει, για να φανερωθεί στον κόσμο πάλι· ή μεταμορφωμένος, ίσως, μεταξύ μας γυρίζει αγνώριστος. Μα θα ξαναφανερωθεί ως ήτανε, διδάσκοντας τα ορθά· και τότε βέβαια θα επαναφέρει την λατρεία των θεών μας, και τες καλαίσθητες ελληνικές μας τελετές.»

Έτσι ερέμβαζε στην πενιχρή του κατοικία — μετά μια ανάγνωσι του Φιλοστράτου «Τα ες τον Τυανέα Aπολλώνιον» ένας από τους λίγους εθνικούς, τους πολύ λίγους που είχαν μείνει. Άλλωστε — ασήμαντος άνθρωπος και δειλός — στο φανερόν έκανε τον Χριστιανό κι αυτός κι εκκλησιάζονταν. Ήταν η εποχή καθ’ ην βασίλευεν, εν άκρα ευλαβεία, ο γέρων Ιουστίνος, κ’ η Aλεξάνδρεια, πόλις θεοσεβής, αθλίους ειδωλολάτρας αποστρέφονταν.

Κ. Π. Καβάφης

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Ο Έλληνας Υιός του Θεού


Του Απόστολου Αντωνάκη

Η αινιγματική ιστορική μορφή του Απολλωνίου άφησε διαχρονικά  ίχνη, που ακόμη και στις μέρες μας αποτελούν έναν φιλοσοφικό γρίφο με πολλές και αντικρουόμενες μεταξύ τους απόψεις. Εκείνο, ωστόσο, που παραμένει ακλόνητο στοιχείο είναι ότι η ζωή του αποτέλεσε αιτία θρησκευτικών, κοινωνικών, πολιτικών και φιλοσοφικών αναταράξεων σε μια εποχή κατά την οποία ο Χριστιανισμός αναδύθηκε ορμητικά θέτοντας νέες βάσεις στην Παγκόσμια Ιστορία...

H μικρή πόλη της Καππαδοκίας, τα Τύανα, είναι η γενέτειρα του Απολλωνίου, από την οποία προέρχεται και το δεύτερο συνθετικό του ονόματός του ως δηλωτικό της καταγωγής του.

Χαρακτηρίζεται «ισόχρονος» του Χριστού, αν και γεννήθηκε – σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία – το 10 μ.Χ. Ωστόσο, οι ιστορικές πηγές της εποχής που αναφέρονται σε αυτόν τηρούν μια περίεργη «σιωπή». Ανάμεσα σε εκείνους που ασχολήθηκαν με την ζωή του και το φιλοσοφικό του έργο κάποιοι εκφράστηκαν γι’ αυτόν με δέος, σεβασμό και επαινετικά σχόλια, υμνώντας τον ως ιερό πρόσωπο, θείο φιλόσοφο και «υπεράνθρωπο», ενώ κάποιοι άλλοι – με αντίθετη γνώμη – τον χαρακτήρισαν μάγο, απατεώνα, γόητα, αγύρτη, ταχυδακτυλουργό, ακόμα και γελοίο.

Οι αντιφατικές απόψεις είναι δύσκολο να αξιολογηθούν και να τεκμηριωθούν επαρκώς, αφού και οι δύο πλευρές παρουσιάζουν τα δικά τους επιχειρήματα για να στηρίξουν τους ισχυρισμούς τους. Εκείνο όμως που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι, αφενός, η κατανόηση πως υπάρχουν ελάχιστες πηγές που αναφέρονται στον Απολλώνιο, ώστε να υπάρξει η ανάλογη συγκριτική προσέγγιση, και, αφετέρου, η εκτίμηση που αφορά στις κοινωνικοπολιτικές σκοπιμότητες της εποχής, οι οποίες χρησιμοποίησαν διάφορες προσωπικότητες (όπως ο Τυανεύς) ανάλογα με τα σχέδια των κύκλων που τις εκπροσωπούσαν.

Ο Απολλώνιος λοιπόν, ήταν αναπόφευκτο να αποτελέσει στόχο εκμετάλλευσης – κατά μια ευρύτερη έννοια – μια που η εκτενής επαινετική αναφορά περί της ζωής του από τον Φιλόστρατο καταγγέλθηκε πως ήταν μεθοδευμένη από τον κύκλο των διανοουμένων όπου ο ίδιος ιστορικός και ρήτωρ ανήκε. Συγκεκριμένα, ο Φιλόστρατος είχε επιλεγεί από την σύζυγο του αυτοκράτορα Σεπτίμιου Σεβήρου (195 – 211 μ.Χ.), Ιουλία Δόμνα, να ενταχθεί σε έναν σεβαστό κύκλο λογίων, σοφών και διανοουμένων της εποχής ώστε να αναπτυχθεί ένα νέο φιλοσοφικό ρεύμα που θα απλωνόταν σταδιακά στα πέρατα της αυτοκρατορίας.

Η ίδια η αυτοκράτειρα ήταν λογία με υψηλή μόρφωση και μύηση στον αποκρυφισμό, καταγόμενη από την Έμεσα της Συρίας. Ο πατέρας της λέγεται πως ήταν ο ουσιαστικός μέντοράς της, καθώς ο ίδιος ήταν ιερέας του Ηλίου. Ο φιλοσοφικός κύκλος που περιέβαλλε την αυτοκράτειρα είχε εκφράσει το θρησκευτικό δόγμα πως όλες οι θρησκείες στηρίζονται πάνω στις ίδιες αρχές και επομένως κρινόταν αναγκαία η δημιουργία μιας οικουμενικής θρησκείας που θα συνένωνε όλους τους λαούς κάτω από έναν βαθύτερο πνευματικό καθοδηγητισμό. Κάθε τέτοια προσπάθεια όμως έχει την ανάγκη ενός πνευματικού ταγού, ίσως «θεοποιημένου», και αυτόν ανέλαβε να παρουσιάσει ο Φιλόστρατος δια του Απολλωνίου Τυανέως. Όμως, ποια ήταν τα κριτήρια γι’ αυτήν την επιλογή και τι πνευματικά-ηγετικά στοιχεία συγκέντρωνε το πρόσωπο του Απολλωνίου;

«ΘΕΙΑ ΔΙΑΜΟΝΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ...»

Ένας από τους μεταγενέστερους σοφιστές-συγγραφείς που ασχολήθηκαν με τον Απολλώνιο ήταν και ο Ευνάπιος, που γεννήθηκε το 347 μ.Χ. και έχαιρε σεβασμού από συγχρόνους, αλλά και μεταγενεστέρους του. Ο ίδιος ήταν ιεροφάντης των Ελευσινίων Μυστηρίων – άρα άτομο εκ των κανόνων όχι προσιτό – ο οποίος σε μια σειρά χαρακτηρισμών της προσωπικότητας και της ζωής του Τυανέως έγραψε χαρακτηριστικά: «Δεν είναι απλός άνθρωπος για να τον κρίνεις με αυτή την λογική. Είναι περισσότερο μια Θεία Διαμονή μεταξύ των ανθρώπων...»

Φυσικά δεν εννοούσε κατά κυριολεξία ότι ο Απολλώνιος ήταν «Θεός» αλλά πεφωτισμένος από Θεία Γνώση που του έδινε υπεράνθρωπες πνευματικές ικανότητες.

Θρύλοι που συνόδευσαν την ζωή του αναφέρουν πως κατά την γέννησή του, και συγκεκριμένα λίγες μέρες πριν τον τοκετό, «θείο όραμα» παρουσιάστηκε στην μητέρα του μιλώντας της για ό,τι επρόκειτο να συμβεί. Σε ερώτησή της ποιος πρόκειται να γεννηθεί, η «οπτασία» απάντησε: «Εγώ ο ίδιος, ο Πρωτεύς, ο Αιγύπτιος Θεός...».

Ο Πρωτέας κατά τον Όμηρο ήταν θεότητα με ισχυρές δυνάμεις που προμάντευε στους Αχαιούς τα όσα έμελλε να συμβούν (Οδύσσεια, δ 340).

Κατά τους ίδιους μύθους, η μητέρα του Απολλωνίου, μία ημέρα προ του τοκετού, βγαίνοντας περίπατο σε κοντινό λιβάδι αποκοιμήθηκε. Τότε μαζεύτηκαν γύρω της οι κύκνοι και έστησαν χορό χτυπώντας μελωδικά τις φτερούγες τους. Από τον ήχο και την αύρα που σκόρπιζαν τα φτεροκοπήματά τους, η γυναίκα ξύπνησε και αμέσως γέννησε το αγόρι που έμελλε να τιμηθεί ακόμη και ως Θεός.

Από παιδί έδειξε μεγάλες αρετές και όλοι στα Τύανα τον παρακολουθούσαν με έκπληξη, αλλά και σεβασμό. Σε ηλικία 14 ετών ο πατέρας του τον πηγαίνει στην Ταρσό της Κιλικίας, παραδίδοντάς τον ως μαθητή στον εκ Φοινίκης ρήτορα Ευθύδημο. Εκεί έδειξε κλίση προς την Πυθαγόρειο Σχολή και ακολουθεί την διδασκαλία του νεοπυθαγόρειου Εύξενου. Μετά τα δεκαέξι φεύγει μόνος του για τις Αιγές, όπου αφοσιώθηκε στην μελέτη.

Σε νεαρή ηλικία άρχισαν να διαφαίνονται οι υπερφυσικές του δυνάμεις, όπως και η συνετή συμπεριφορά του. Περνούσε αρκετές ώρες στο ιερό θεραπευτήριο του Ασκληπιού, όπου λέγεται πως έκανε και το πρώτο του «θαύμα», θεραπεύοντας έναν έφηβο Ασσύριο από μανιακή συμπεριφορά, κάνοντας χρήση απλά... των συμβουλών του. Αντίθετα, εξεδίωξε έναν πλούσιο, ο οποίος έδειξε ασέβεια προς το ιερό, παρ’ όλο που είχε προσφέρει πανάκριβα δώρα. Μιλώντας με διδασκαλικό τρόπο προς τον ιερέα του Ασκληπιείου είπε: «η θεϊκή δικαιοσύνη επιβάλλει εγκράτεια, σύνεση και σεβασμό για την ζωή. Θα έπρεπε όλοι να ζητούν από τους θεούς μόνο τα οφειλόμενα. Διότι στους ευσεβείς οφείλονται τα αγαθά, ενώ στους κακούς τα αντίθετα... Και οι θεοί βέβαια γνωρίζουν τι ακριβώς είναι καθένας από τους ανθρώπους».

Σε ηλικία 20 ετών επιστρέφει στα Τύανα για να παραστεί στην νεκρώσιμη τελετή του αποθανόντος πατέρα του. Αργότερα στην Άσπενδο της Παμφυλίας πέφτει μεγάλος λιμός εξαιτίας κερδοσκόπων που έκρυψαν την σιτοπαραγωγή. Εκεί ο Απολλώνιος, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, αναγκάζει τους δράστες να σκεφτούν σαν πνευματικοί άνθρωποι και σε λίγο η αγορά γεμίζει από το κρυμμένο στάρι. Ο σεβασμός προς το πρόσωπό του έγινε ακόμα πιο μεγάλος και η φήμη του άρχισε να ισοπεδώνει τα σύνορα του γνωστού τότε κόσμου. Παντού όπου υπήρχαν ταραχές τον προσκαλούσαν να δώσει λύση και τότε ελάχιστες λέξεις του ήταν ικανές να επιβάλλουν την ηρεμία και την τάξη.

Ταξίδεψε σ’ ολόκληρο τον κόσμο, ενώ – καθώς λέγεται – μυήθηκε από τους Βαβυλώνιους ιερείς και τους Βραχμάνες των Ινδιών.

ΤΑ ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΑ ΘΑΥΜΑΤΑ

Σε ηλικία 50 ετών ήταν πλήρους ωριμότητας και σοφίας. Οι περισσότερες πόλεις τον προσκαλούσαν να διδάξει αποδίδοντάς του τις μέγιστες τιμές. Σε κάθε πόλη προέβαινε σε ανοικτές ομιλίες στα πλήθη, προς τα οποία απηύθυνε μηνύματα ειρήνης και εγκράτειας.

Το πρώτο «θαύμα» υποτίθεται, κατά τους ιστορικούς, ότι το πραγματοποίησε στην «ακόλαστη Έφεσο». Εκεί, ομιλών περί κοινωνικής αλληλεγγύης στο πλήθος, σε παρακείμενα δέντρο παρουσιάστηκε, σπάζοντας την ηρεμία, ένα σπουργίτι τιτιβίζοντας δυνατά. Αμέσως πολλές δεκάδες σπουργίτια φτερούγισαν αθόρυβα σχεδόν και εγκαταλείποντας το δέντρο ακολούθησαν το πρώτο.

Ο Απολλώνιος κοίταξε ψηλά προς το δέντρο και είπε ήρεμα: «Μην ανησυχείτε για ό,τι συνέβη. Κάποιος μικρός που κουβαλούσε στάρι, έπεσε στο τάδε μονοπάτι (το ονόμασε) και του χύθηκαν οι σπόροι. Το πρώτο πουλί που ήρθε κάλεσε τα υπόλοιπα για να γευτούν τους διασκορπισμένους σπόρους». Πολλοί τότε έτρεξαν προς το υποδειχθέν σημείο και αφού επέστρεψαν επιβεβαίωσαν έκπληκτοι τα όσα ο Απολλώνιος είχε μαντέψει. Ακολούθησαν και άλλα «θαύματα» με κορυφαία το σταμάτημα του λιμού στην Έφεσο, την θεραπεία δαιμονισμένου νέου στην Αθήνα και την Κόρινθο, όπου αποκαλύπτει σε νεαρό ερωτευμένο πως η γυναίκα που ήταν μαζί της δεν ήταν άνθρωπος αλλά... η λάμια Έμπουσα, δαιμονική οντότητα της αρχαιότητας. Εκτός από αυτά – και άλλα παρόμοια περιστατικά – λέγεται ότι ανέστησε αρκετούς νεκρούς, ενώ πολλές ήταν και οι προφητείες του. Κραυγαλέο παράδειγμα ήταν και το προμάντεμα της διάνοιξης του Ισθμού στην Κόρινθο επτά χρόνια νωρίτερα από την έναρξη της τομής που διέταξε ο Νέρων («ο αυχήν της γης τετμήσεται, μάλλον δ’ ου»).

Κορυφαία απόφασή του θεωρήθηκε η μετάβασή του στην Ρώμη το 62 ή το 63 μ.Χ., όπου φυλακίστηκε κατ’ εντολήν του Δομιτιανού, απελευθερώθηκε των δεσμών μόνος του και παρουσιάστηκε στο ρωμαϊκό δικαστήριο, όπου αιωρούμενος ανέφερε ότι κανείς τους δεν ήταν ικανός να τον δικάσει, περισσότερο δε να τον θανατώσει, διότι δεν ήταν φθαρτός. Ακολούθως εξαφανίστηκε, ενώ αρκετοί υποστήριξαν πως την ίδια στιγμή δίδασκε σε διαφορετικές πόλεις.

Ο Απολλώνιος λατρεύτηκε, μα και κατηγορήθηκε τόσο στην εποχή του όσο και μεταγενέστερα. Το όνομά του όμως έμεινε χαραγμένο στις αινιγματικές ασαφείς ιστορικές σελίδες. Το ίδιο αινιγματικός άλλωστε ήταν και ο βίος του, που πέρα από κάθε αντιπαράθεση ήταν ενδεδυμένος με ευπρέπεια, ήθος και σεβασμό για την ζωή και τα θεία δημιουργήματα, αλλά και τις ηθικές βάσεις πάνω στις οποίες έπρεπε να στηρίζονται οι ανθρώπινες κοινωνίες.



Απολλώνιος Τυανεύς


Παρακάτω είναι το Κεφάλαιο 2 του βιβλίου Apollonius of Tyana & The Shroud of Turin.

*  *  *

Λεξικό Ελληνικής και Ρωμαϊκής Βιογραφίας και Μυθολογίας του Καθηγητή Γουίλιαμ Σμιθ & Άλλων, Λονδίνο, 1890, Τόμος Ι, Σελ. 242-244.

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΤΥΑΝΑΙΟΣ. Πυθαγόρειος φιλόσοφος, γεννηθείς στα Τύανα της Καππαδοκίας, περίπου 4 χρόνια πριν την χριστιανική περίοδο. Μεγάλο μέρος της φήμης του αποδίδεται στην πίστη στις μαγικές ή υπερφυσικές δυνάμεις του, και τις παραλλήλους που έχουν αποπειραθεί να χαράξουν αρχαίοι και σύγχρονοι συγγραφείς μεταξύ αυτού και των υποτιθεμένων θαυμάτων του, και αυτών του Πρωτουργού της θρησκείας μας. Ο βίος του από τον Φιλόστρατο είναι ένα σύνολο από ασυναρτησίες και μύθους· αν έχει ιστορικές βάσεις και αν γράφτηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει με αμφιλεγόμενο σκοπό, είναι ερωτήσεις τις οποίες θα είμαστε καλλίτερα προετοιμασμένοι να εξετάσουμε αφού πρώτα παρουσιάσουμε το περιεχόμενο του έργου.

Ο Απολλώνιος, σύμφωνα με την αφήγηση του βιογράφου του, ήταν ευγενικής καταγωγής και ισχυριζόταν ότι καταγόταν από τους ιδρυτές της πόλεως των Τυάνων. Δεν υπάρχει λόγος να σταματήσουμε για να αμφισβητήσουμε την ιστορία με την ενσάρκωση του θεού Πρωτέως, ή να την αποδώσουμε, όπως ο Τίλεμοντ, σε δαιμονική ενέργεια. Στην ηλικία των δεκατεσσάρων ετέθη υπό την φροντίδα του Ευθυδήμου, ρήτορος στην Ταρσό· αηδιασμένος όμως από την πολυτέλεια των κατοίκων, πήρε άδεια από τον πατέρα του και τον δάσκαλό του να μεταβεί στην γειτονική πόλη Αιγές. Εδώ λέγεται ότι μελέτησε όλο τον κύκλο της Πλατωνικής, Σκεπτικής, Επικουρικής και Περιπατητικής φιλοσοφίας και τελικά προτίμησε την Πυθαγόρεια την οποία είχε διδαχθεί από τον Εύξενο της Ηράκλειας (Φ, I, 7).

Αμέσως, σαν να τον είχε κυριεύσει παιδιόθεν η ιδέα να βαδίσει στα χνάρια του Πυθαγόρου, ξεκίνησε να ασκείται κατά τον αυστηρό ασκητισμό του δόγματος· απείχε από ζωικές τροφές και μάλλινα ενδύματα, αρνήθηκε το κρασί και την συντροφιά γυναικών, άφησε τα μαλλιά του να μακρύνουν και κατέφυγε στον ναό του Ασκληπιού στις Αιγές, ο οποίος υποτίθεται τον έβλεπε με μια αξιοπερίεργη ευμένεια

Τον κάλεσαν στα Τύανα, στο εικοστό έτος της ηλικίας του, μετά τον θάνατο του πατέρα του· αφού μοίρασε την κληρονομιά με τον αδερφό του, τον οποίο λέγεται ότι επανέφερε από άσωτη ζωή, κι έδωσε το μεγαλύτερο μέρος απ’ ό,τι απέμεινε στους φτωχούς του συγγενείς (Φ, Ι, 13), επέστρεψε στην εκπαίδευση του Πυθαγόρου και για πέντε χρόνια διατήρησε την μυστική σιωπή, κατά την διάρκεια της οποίας οι μυστικές αλήθειες της φιλοσοφίας φανερώθηκαν.

Με την πάροδο των πέντε ετών, ταξίδεψε στην Μικρά Ασία, πηγαίνοντας από πόλη σε πόλη, αντιδικώντας παντού, όπως ο Πυθαγόρας, επί των θείων τελετών. Υπάρχει ένα κενό είκοσι περίπου ετών στην βιογραφία του, σ’ αυτήν την περίοδο της ζωής του, στην διάρκεια των οποίων πρέπει να υποθέσουμε ότι συνέχισε με τον ίδιο τρόπο, εκτός και αν έχουμε λόγο να υποψιαστούμε ότι η αποδεκτή ημερομηνία γεννήσεώς του προηγήθηκε κατά είκοσι χρόνια.

[ΣΧΟΛΙΟ: Αυτό το ζήτημα των «Χαμένων Είκοσι Ετών» αναπτύσσεται με περισσότερες λεπτομέρειες στα Κεφάλαια 9 και 10. Εδώ αρκεί να πούμε ότι ο Απολλώνιος ταξίδεψε στην Ινδία αμέσως μετά την πενταετή σιωπή. Μετά ταξίδεψε στην Παλαιστίνη για 3 χρόνια και στην Αίγυπτο για περίπου 15 χρόνια. Άλλοι τοποθετούν το ταξίδι στην Ινδία στο τέλος των «χαμένων είκοσι ετών» διότι ο Απολλώνιος λέγεται ότι συνάντησε τον Βαβυλώνιο Βασιλιά Βαρδάνη που κυβερνούσε τότε. Αλλά ο Βαρδάνης ήταν περίπου συνομήλικος του Απολλωνίου, έτσι ο Απολλώνιος μάλλον τον συνάντησε στην Βαβυλώνα όταν ο Βαρδάνης ήταν Πρίγκιπας, ή «βασιλιάς» κάποιου τοπικού φέουδου, διορισμένος απ’ τον πατέρα του, Βασιλιά Αρτάβανο, ο οποίος κυβερνούσε αυτά τα «χαμένα είκοσι χρόνια».]

Ήταν μεταξύ 40 και 50 ετών όταν ξεκίνησε τα ταξίδια προς την ανατολή· και εδώ ο Φιλόστρατος στέλνει τον ήρωα του σ’ ένα ταξίδι ανακάλυψης, στο οποίο πρέπει να τον ακολουθήσουμε ευχαρίστως και γρήγορα.

Από τις Αιγές πήγε στην Νινευή, όπου και συνάντησε τον Δάμι, τον μετέπειτα χρονογράφο των πράξεών του, και προχωρώντας προς την Ινδία, συνομίλησε στην Βαβυλώνα με τον Πάρθο βασιλιά Βαρδάνη, και συμβουλεύτηκε τους Μάγους και τους Βραχμάνες οι οποίοι υποτίθεται του μεταβίβασαν κάποια θεουργικά μυστικά. Ακολούθως επισκέφτηκε την πόλη Τάξιλα, πρωτεύουσα του Ινδού πρίγκιπα Φραώτη, όπου συνάντησε τον Ιάρχα, αρχηγό των Βραχμάνων, και συζήτησε με τους ήδη μεμυημένους στην Αλεξανδρινή φιλοσοφία Ινδούς Γυμνοσοφιστές (Φ, ΙΙΙ, 51).

Αυτό το ταξίδι κράτησε 5 χρόνια. Με την λήξη του, επέστρεψε στις ιωνικές πόλεις, όπου μαθαίνουμε για πρώτη φορά για τις αξιώσεις θαυματουργής δύναμης, πηγάζουσας, όπως φαίνεται, από την κατοχή κάποιας θείας γνώσης απ’ την ανατολή. Αν αληθεύει ότι του απεδόθησαν οι τιμές ενός θεού σ’ αυτήν την περίοδο της ζωής του, οδηγούμαστε φυσικά να υποψιαστούμε κάποια συνεννόηση με τους ιερείς (ΙV, 1), οι οποίοι λέγεται ότι παρέπεμπαν τους ασθενείς σ’ εκείνον για ανακούφιση.

[ΣΧΟΛΙΟ: Είναι λαθεμένο ότι το ταξίδι στην ανατολή κράτησε πέντε χρόνια. Κράτησε 3,5 χρόνια περίπου. Βλέπε Κεφάλαιο 9. Ο Μέγας Αλέξανδρος είχε επίσης επισκεφτεί τα Τάξιλα 350 χρόνια πριν.]

Από την Ιωνία πέρασε στην Ελλάδα (IV, 11), επισκέφτηκε τους ναούς και τα μαντεία τα οποία ήταν στον δρόμο του, συζητώντας παντού για την θρησκεία, και υιοθετώντας το κύρος ενός θείου νομοθέτη. Στα Ελευσίνια μυστήρια απερρίφθη ως μάγος, και δεν έγινε δεκτός παρά σε μια μεταγενέστερη περίοδο της ζωής του· Ο ίδιος λόγος τον απέκλεισε απ’ το σπήλαιο του Τροφωνίου (όπου ισχυρίστηκε ότι βρήκε τα ιερά βιβλία του Πυθαγόρου), και στο οποίο εισήλθε δια της βίας (VIII, 19).

Αφού επισκέφτηκε την Λακεδαίμονα, την Κόρινθο, και τις άλλες πόλεις της Ελλάδας, έθεσε πορεία προς την Ρώμη, φτάνοντας μόλις μετά από ένα διάταγμα του Νέρωνος εναντίον των μάγων. Τον έφεραν αμέσως ενώπιον του υπάτου Τελεσίνου, και του Τηγελλίνου, ευνοουμένου του αυτοκράτορα, εκ των οποίων ο πρώτος τον απήλλαξε, όπως μαθαίνουμε, από αγάπη για την φιλοσοφία, και ο δεύτερος από φόβο για την μαγική δύναμη, η οποία εξαφάνισε τις λέξεις απ’ το κατηγορητήριο.

Μετά την απαλλαγή του πήγε σε Ισπανία, Αφρική και Αθήνα όπου μετά από δεύτερη αίτηση έγινε δεκτός στα μυστήρια· και από την Αθήνα μετέβη στην Αλεξάνδρεια, όπου ο Βεσπασιανός, ο οποίος κατέπνιγε την επανάσταση, διέκρινε γρήγορα την χρησιμότητα ενός τέτοιου συμμάχου. Η ιστορία της συναντήσεώς τους ίσως είναι αληθινή, και είναι σίγουρα περίεργη διότι παρουσιάζει τον Απολλώνιο με τον τρίτο από τους τρεις ρόλους που είχε αναλάβει ο Πυθαγόρας – φιλόσοφος, μυστικιστής και πολιτικός.

Ο Βεσπασιανός συναντήθηκε στην είσοδο της πόλεως μ’ ένα σώμα δικαστών, επιτρόπων και φιλοσόφων και ρώτησε βιαστικά αν ο Τυανεύς ήταν ανάμεσά τους. Μαθαίνοντας ότι φιλοσοφούσε στο Σεραπείον, πήγε εκεί, και ικέτευσε τον Απολλώνιο να τον κάνει αυτοκράτορα· ο φιλόσοφος απάντησε ότι «το έκανε ήδη, προσευχόμενος στους θεούς για έναν δίκαιο και σεβάσμιο ηγεμόνα»· οπότε ο Βεσπασιανός δήλωσε ότι αφήνεται τελείως στα χέρια του.

Ένα συμβούλιο φιλοσόφων συνεκλήθη αμέσως, μαζί με τους Δίωνα και Ευφράτη, Στωικούς της ακολουθίας του αυτοκράτορα, στο οποίο συζητήθηκε επισήμως το θέμα, με τον Ευφράτη να διαμαρτύρεται εναντίον της φιλοδοξίας του Βεσπασιανού και της υποστήριξης του Απολλωνίου, και συνηγορώντας υπέρ της αποκαταστάσεως της δημοκρατίας (V, 31). Αυτή η διαφωνία απετέλεσε τα θεμέλια μιας διαρκούς φιλονεικίας μεταξύ των δύο φιλοσόφων [Απολλωνίου & Ευφράτη, ΡΣ] την οποία ο Φιλόστρατος υπαινίσσεται συχνά.

Το τελευταίο ταξίδι του Απολλωνίου ήταν στην Αιθιοπία, προτού επιστρέψει στις ιωνικές πόλεις. Ο αυτοκράτορας Τίτος ο οποίος επέδειξε την ίδια φιλία την οποία είχε δείξει ο πατέρας του προς τον Απολλώνιο, λέγεται ότι τον προσκάλεσε στο Άργος της Κιλικίας, για να λάβει μια υπόσχεση από εκείνον ότι κάποια μέρα θα επισκεπτόταν την Ρώμη.

Με την άνοδο του Δομιτιανού, ο Απολλώνιος προσπάθησε να ξεσηκώσει τις περιοχές της Μικράς Ασίας εναντίον του τυράννου. Εστάλη διαταγή να τον φέρουν στην Ρώμη, οπότε και θεώρησε κατάλληλο να παραδοθεί εκουσίως, ώστε να μην εγείρει υποψίες για τους συντρόφους του. Κατά την προσαγωγή του στον αυτοκράτορα, η σύνεσή του τον εγκατέλειψε· εγκωμίασε τον Νέρβα και τον έστειλαν αμέσως αλυσοδεμένο στην φυλακή. Οι κατηγορίες εναντίον του χωρίζονταν σε τρία μέρη – η μοναδικότητα των ενδυμάτων και της εμφάνισής του, η λατρεία που του απέδιδαν ως θεό, και η θυσία ενός παιδιού με τον Νέρβα για μια οιωνοσκοπία. Με το επικείμενο τέλος, ήταν ώρα να επιδείξει τις θαυματουργές του δυνάμεις· εξαφανίστηκε από τα μάτια των κατηγόρων του. Αφού εμφανίστηκε στον Δάμι στην Δικαιαρχεία την ίδια στιγμή που εξαφανίστηκε από την Ρώμη, πήγε στην Ελλάδα, όπου έμεινε δύο χρόνια, γνωστοποιώντας ότι ο αυτοκράτορας τον απήλλαξε δημοσίως.

Τα τελευταία έτη της ζωής του τα πέρασε μάλλον στην Έφεσο, όπου λέγεται ότι ανακοίνωσε τον θάνατο του τυράννου Δομιτιανού ακριβώς την στιγμή που έγινε. Τρεις τοποθεσίες – Έφεσος, Ρόδος και Κρήτη – διεκδικούν την τιμή της τελευταίας του κατοικίας. Τα Τύανα, όπου ένας ναός ήταν αφιερωμένος σ’ αυτόν, έγιναν έκτοτε μία εκ των ιερών πόλεων με το προνόμιο να εκλέγουν τους δικαστές τους.

Τώρα θα εξετάσουμε εν συντομία τρεις ερωτήσεις.

Ι. Την ιστορική βάση της αφήγησης του Φιλοστράτου.

ΙΙ. Κατά πόσο, αν όχι καθόλου, σχεδιάστηκε ως ανταγωνιστής στην ιστορία του Ευαγγελίου.

ΙΙΙ. Τον πραγματικό χαρακτήρα του ιδίου του Απολλωνίου.

Ι. Όσο αδύνατο και αν φαίνεται να διαχωριστεί η αλήθεια από το ψέμμα στην αφήγηση του Φιλοστράτου, δεν μπορούμε να εννοήσουμε ότι μια δεδηλωμένη ιστορία, δεκτή ως τέτοια από συγχρόνους του συγγραφείς, και γραμμένη περίπου εκατό χρόνια μετά τον θάνατο του Απολλωνίου, είναι απλώς μια επινόηση ενός παραμυθά. Διότι έτσι θα πρέπει ν’ αποδεχτούμε ότι όλοι οι εξωφρενικοί μύθοι του Κτησία, τα μπερδεμένα ψεύδη όλων των μυθολογιών (τα οποία γίνονται όλο και πιο γελοία όσο πηγαίνουμε πίσω στον χρόνο), τα ανατολικά παραμύθια, και ίσως μια παρωδία κάποιων χριστιανικών θαυμάτων, συμπιέζονται όλα στην υπηρεσία του Φιλοστράτου για να στολίσει την ζωή του ήρωα του· περαιτέρω θα δεχτούμε ότι η ιστορία, χωρίς τα θαύματα, είναι μάλλον εξ ίσου ψευδής με τα ίδια τα θαύματα.

Μολαταύτα δεν μπορούμε να εξηγήσουμε την υποδοχή της αφήγησης από τους αρχαίους, ακόμη και απ’ τους ίδιους τους πατέρες, εάν δεν υπήρχε κάποια ανεξάρτητη παράδοση της προσωπικότητας του Απολλωνίου επί της οποίας βασίστηκε. Ο Ευσέβιος Καισαρείας, ο οποίος απάντησε στον Λόγο φιλαλήθη προς Χριστιανούς του Ιεροκλή (όπου επιχειρείται σύγκριση μεταξύ του Κυρίου μας και του Απολλωνίου), φαίνεται να δέχεται την αλήθεια του κυρίως μέρους της αφήγησης του Φιλοστράτου, πλην των θαυματουργικών.

Και η παρωδία, αν μπορεί να ονομαστεί έτσι, της ζωής του Πυθαγόρου, ίσως να είναι κάπως πιο ανιχνεύσιμη στον ίδιο τον αγύρτη απ’ ότι στην εφευρετικότητα του βιογράφου του. Αγάλματα και ναοί υπήρχαν ακόμη προς τιμήν του· διασώζονταν οι επιστολές και τα υποτιθέμενα έργα του· το χειρόγραφο του βίου του από τον Δάμι τον Ασσύριο ήταν το αρχικό έργο το οποίο στόλισε η ρητορική του Φιλοστράτου· και πολλές αναφορές των επισκέψεων και πράξεών του μπορούν να βρεθούν στα δημόσια αρχεία των ασιατικών πόλεων, τα οποία θα διέψευδαν αμέσως την ιστορία, εάν ήταν ασυμβίβαστη.

Προσθέτουμε και το ότι αναφέρεται άλλος ένας βίος του Απολλωνίου από τα Τύανα, του Μοιραγένη, τον οποίο ο Φιλόστρατος ομολογουμένως απέρριψε, διότι, όπως λέει, παρέλειπε πολλές σημαντικές λεπτομέρειες, και για τον οποίο ο Ωριγένης, που τον είχε διαβάσει, λέει ότι παρουσίαζε τον Απολλώνιο ως έναν μάγο ο οποίος ξεγέλασε πολλούς φημισμένους φιλοσόφους. Το συμπέρασμα στο οποίο μάλλον εν τέλει καταλήγουμε είναι ότι την εποχή που υπήρχε γενική πίστη σε μαγικές δυνάμεις, ο Απολλώνιος απέκτησε όντως μεγάλη επιρροή προσποιούμενος τέτοιες, και πως η ιστορία του Φιλοστράτου παρέχει μια ακριβοδίκαιη ιδέα του χαρακτήρα και της φήμης του, όσο ασυνεπής κι αν είναι με τα γεγονότα και παράλογη με τα θαύματα.

ΙΙ. Παραλείψαμε σκοπίμως τα θαυμαστά με τα οποία στόλισε ο Φιλόστρατος την αφήγησή του, και τα οποία δεν αποτελούν εν γένει ένα απαραίτητο τμήμα. Πολλά εξ αυτών συμπίπτουν περιέργως με τα χριστιανικά θαύματα. Η ανακοίνωση της γέννησης του Απολλωνίου στην μητέρα του απ’ τον Πρωτέα και η ενσάρκωση του ιδίου του Πρωτέως, ο χορός των κύκνων οι οποίοι τραγουδούσαν με χαρά στο περιστατικό, η εκδίωξη δαιμόνων, η ανάσταση νεκρών και η θεραπεία ασθενών, οι ξαφνικές εξαφανίσεις και επανεμφανίσεις του Απολλωνίου, οι περιπέτειες του στο σπήλαιο του Τροφωνίου, και η ιερή φωνή που τον κάλεσε κατά τον θάνατό του, ακόμη και ο ισχυρισμός του ως δασκάλου με εξουσία να αναμορφώσει τον κόσμο – δεν μπορούν παρά να καταδείξουν τις παραλλήλους με την ευαγγελική ιστορία. Γνωρίζουμε επίσης ότι ο Απολλώνιος ήταν ένας από πολλούς ανταγωνιστές που στήριζαν οι Εκλεκτικιστές (όπως ο Ιεροκλής από την Νικομήδεια επί Διοκλητιανού) έναντι του Σωτήρος μας – ίσως αξίζει να παρατηρήσουμε, ότι μια ανανέωση αυτής της προσπάθειας έκαναν οι Άγγλοι ελευθερόφρονες, Μπλάουντ και Λόρδος Χέρμπερτ.

Παρ’ όλα αυτά πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε ότι οι ομοιότητες είναι πολύ γενικές, ότι όπου ο Φιλόστρατος έχει δανειστεί από την ευαγγελική αφήγηση, είναι σαν να έχει δανειστεί από την οποιαδήποτε άλλη υπέροχη ιστορία, και ότι η άποψη ενός αμφιλεγόμενου σκοπού είναι ασυμβίβαστη με την διήγηση η οποία θέτει τον βίο που έγραψε ο Δάμις ως την βάση της πιο πρόσφατης ιστορίας.

Επιπροσθέτως, ο Φιλόστρατος έγραψε κατ’ εντολή της αυτοκράτειρας Ιουλίας Δόμνας, και εκείνο τον καιρό ζούσε στο παλάτι του Αλεξάνδρου Σεβήρου, ο οποίος λάτρευε τον Κύριό μας μαζί με τον Ορφέα και τον Απολλώνιο ανάμεσα στους Πενάτες του· έτσι φαίνεται απίθανο να ένοιωθε κάποια αξιοπερίεργη εχθρότητα προς τον Χριστιανισμό· ενώ απ’ την άλλη, θα ήταν εξοικειωμένος με την γενική ιστορία της ζωής του Κυρίου μας, από την οποία θα μπορούσε να αντλήσει πολλά από τα δικά του γεγονότα. Συνολικώς συμπεραίνουμε μαζί με τον Ρίτερ, ότι ο βίος του Απολλωνίου δεν γράφτηκε με αμφιλεγόμενο σκοπό, διότι οι όντως υπάρχουσες ομοιότητες, δεικνύουν μόνον μερικό δανεισμό, και όχι έναν συστηματικό παραλληλισμό. (Ritter, Geschichte der Phil. τόμος IV, σελ. 492)

[ΣΧΟΛΙΟ: Η αναφορά στον Αλέξανδρο Σεβήρο είναι λαθεμένη. Το σωστό όνομα θα έπρεπε να είναι Σεπτίμιος Σεβήρος, σύζυγος της Ιουλίας Δόμνας. Επίσης, παρενθετικώς, πρέπει να σημειωθεί το πώς ο συντάκτης του άρθρου προσπαθεί να παρουσιάσει την ζωή του «Ιησού Χριστού» ως το πρότυπο του Φιλοστράτου για τον Βίο Απολλωνίου Τυανέως. Προφανώς αυτό το άρθρο το έγραψε κάποιος απολογητής της Εκκλησίας, διότι ο Φιλόστρατος πουθενά, ούτε μια φορά, δεν αναφέρει τον «Ιησού» και τους «Χριστιανούς».]

ΙΙΙ. Η προσωπικότητα του Απολλωνίου όπως και τα γεγονότα της ζωής του εμφανίζουν μια εντυπωσιακή ομοιότητα με αυτών του Πυθαγόρου, τον οποίο ομολογουμένως ακολούθησε. Ταξίδια, μυστικισμός, και διένεξη είναι οι τρεις λέξεις στις οποίες δύναται να συνοψιστεί το πρώτο ήμισυ της ζωής αμφοτέρων. Αναμφίβολα ο Απολλώνιος προφασιζόταν υπερφυσικές δυνάμεις και εθεωρείτο ποικιλοτρόπως από τους αρχαίους ως μάγος και θείο ον.

Ο σκοπός του, όσο μπορεί να καθοριστεί, ήταν διπλός – εν μέρει φιλοσοφικός και εν μέρει θρησκευτικός. Ως φιλόσοφος, θεωρείται ένας από τους ενδιαμέσους μεταξύ ελληνικών και ανατολικών συστημάτων, τα οποία πάσχισε επιμόνως να εναρμονίσει με την συμβολική γνώση του Πυθαγόρου. Τα Πυθαγόρεια δόγματα περί των αριθμών και τις αρχές μουσικής και αστρονομίας, τα έβλεπε ως υποδεέστερα, ενώ οι κύριες προσπάθειές του ήταν προς την επανίδρυση της παλαιάς θρησκείας σε Πυθαγόρεια βάση.

Στόχος του ήταν να εξαγνίσει την λατρεία του Παγανισμού απ’ την διαφθορά που είχαν εισάγει οι μύθοι των ποιητών όπως έλεγε, και να επαναφέρει τις τελετές των ναών με όλη την δύναμη και το νόημά τους. Στα έργα του περί αστρομαντείας και περί τελετών, απορρίπτει τις θυσίες ως ακάθαρτες ενώπιον του Θεού. Όλα τα αισθητά αντικείμενα, ακόμη κι η φωτιά, μετέχουν μιας υλικής και φθαρτής φύσης· η προσευχή θα πρέπει να είναι άσπιλη προσφορά της καρδιάς, και μολύνεται όταν περνάει απ’ τα χείλη. (Ευσεβ. Ευαγ. Πρ. ΙV, 13)

Αυτή η άρνηση των θυσιών είχε σίγουρα σχέση με το Πυθαγόρειο δόγμα περί μετενσαρκώσεως των ψυχών. Στα θαύματα που του αποδίδονται βλέπουμε το ίδιο σκιαγράφημα ενός Πυθαγορείου χαρακτήρα· είναι κυρίως προφητείες, και ο Απολλώνιος δεν ισχυρίζεται ότι είναι η δύναμη ελέγχου των νόμων της φύσεως, αλλά κάποιο θαυματοποιό μυστικό, το οποίο του επιτρέπει μια πιο βαθειά ενόραση σε αυτούς συγκριτικά με τους κοινούς ανθρώπους. Συνολικά, μπορούμε να τοποθετήσουμε τον Απολλώνιο κάπου στο ενδιάμεσο μεταξύ του μυστικιστή φιλοσόφου και του κοινού αγύρτη, μεταξύ του Πυθαγόρου και του Αλεξάνδρου του Λουκιανού· και μ’ αυτόν τον διπλό χαρακτήρα τον έβλεπαν και οι ίδιοι οι αρχαίοι.

Τα ακόλουθα έργα του Απολλωνίου έχουν σωθεί μέχρι σήμερα:

1.Ὕμνος εἰς Μνημοσύνην (Φιλοστρ. Βίος Απολλ. Ι, 14 - Σούδα, λ. Ἀπολλ.)

2. Πυθαγόρου δόξαι.

3. Πυθαγόρου βίος, τον οποίο αναφέρει το λεξικό Σούδα και μάλλον (βλέπε Ritter) ένα από τα έργα που έφερε ο Απολλώνιος από το σπήλαιο του Τροφωνίου κατά τον Φιλόστρατο (Φ, VIII, 9)

4. Διαθήκη, γραμμένη σε ιωνική διάλεκτο (Φ, Ι, 3, VII, 39)

5. Ἀπολογία για μια καταγγελία του φιλοσόφου Ευφράτη στον Δομιτιανό (Φ, VIII, 7)

6. Περί μαντείας ἀστέρων.

7. Τελεταί ἤ περί θυσιῶν. (Φ, ΙΙΙ, 41, IV, 19 - Ευσεβ. Ευαγ. Προπ. IV, 13)

8. Χρησμοί, αναφέρεται στην Σούδα.

9. Νυχθημερόν, νόθο.

10. Ἐπιστολαί LXXXV.

O επίσκοπος Λόυντ πιστεύει ότι όσα έργα σώζονται είναι πλαστά. Αλλά από την άλλη, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η λακωνική τους συντομία ταιριάζει με τον συγγραφικό χαρακτήρα του φιλοσόφου. Σίγουρα δεν είναι επινοήσεις του Φιλοστράτου, και δεν είναι εξ ολοκλήρου τα ίδια με την συλλογή που αναφέρει. Η Ἀπολογία την οποία παραθέτει ο Φιλόστρατος (Φ, VIIΙ, 7) είναι το μόνο άλλο σωζόμενο έργο του Απολλωνίου.